Ισπανικά → Αγγλικά - esclavo

προφορά
adj. bond

Ισπανικά → Γαλλικά - esclavo

προφορά
1. (historia) serf (m); esclave (m)
2. (hombre) esclave (m); factotum (m); homme de peine

Ισπανικά → Γερμανικά - esclavo

προφορά
n. sklave, unfreie, hörige

Ισπανικά → Ρωσικά - esclavo

προφορά
n. раб

Ισπανικά → Κορεατικά - esclavo

προφορά
n. 노예
adj. 사로잡힌


dictionary extension
© dictionarist.com