Γερμανικά → Αγγλικά - erregt

προφορά
adv. excitedly, agitatedly, enthusiastically, nervously, tensely

Γερμανικά → Γαλλικά - erregt

προφορά
adj. orageux, houleux, énervé, agité, colère: en colère
adv. agitation: en proie à l'agitation

Γερμανικά → Ιταλικά - erregt

προφορά
adj. eccitato, irritato, vivace, eccitazione: con eccitazione, esaltato
adv. eccitazione: con eccitazione, irritazione: con irritazione, vivacemente

Γερμανικά → Ρωσικά - erregt

προφορά
adj. возбужденный
adv. возбужденно

Γερμανικά → Ισπανικά - erregt

προφορά
adj. agitado, caliente, emocionado, excitado, irritado

Γερμανικά → Τουρκικά - erregt

προφορά
heyecanlı, coşkun

Γερμανικά → Ολλανδικά - erregt

προφορά
Aufmerksamkeit vestigt de aandacht

Γερμανικά → Κινεζικά - erregt

προφορά
Adj 激动的,激烈的


© dictionarist.com