Αγγλικά → Ελληνικά - enumerate

προφορά
ρήμ. απαριθμώ

Αγγλικά → Αγγλικά - enumerate

προφορά
v. count, list, itemize, relate
v. enumerate, recite, recount
v. enumerate, count, tally; recite, rehearse

Αγγλικά → Γαλλικά - enumerate

προφορά
v. énumérer, dénombrer

Αγγλικά → Γερμανικά - enumerate

προφορά
v. aufzählen, zählen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - enumerate

προφορά
v. menyebuntukan satu demi satu, menghitung, menjumlahkan

Αγγλικά → Ιταλικά - enumerate

προφορά
v. enumerare, elencare; contare

Αγγλικά → Πολωνικά - enumerate

προφορά
v. wyliczać, policzyć, wyliczyć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - enumerate

προφορά
v. enumerar, contar

Αγγλικά → Ρουμανικά - enumerate

προφορά
v. enumera, înşira, număra

Αγγλικά → Ρωσικά - enumerate

προφορά
г. перечислять, точно подсчитывать

Αγγλικά → Ισπανικά - enumerate

προφορά
v. enumerar, contar, recontar

Αγγλικά → Τουρκικά - enumerate

προφορά
f. saymak, birer birer saymak, sayıp dökmek, belirtmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - enumerate

προφορά
v. перелічувати, підраховувати, облікувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - enumerate

προφορά
ww. opsommen, optellen

Αγγλικά → Αραβικά - enumerate

προφορά
‏عدد، عد، سرد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - enumerate

προφορά
(动) 列举, 枚举, 计算

Αγγλικά → Κινεζικά - enumerate

προφορά
(動) 列舉, 枚舉, 計算

Αγγλικά → Χίντι - enumerate

προφορά
v. गिनना, एक एक करके बताना, ले लेकर बताना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - enumerate

προφορά
(動) 数え上げる, 数える, 計算する

Αγγλικά → Κορεατικά - enumerate

προφορά
동. 세다, 열거하다, 낱낱이 세다

Αγγλικά → Βιετναμικά - enumerate

προφορά
v. làm tỏ rỏ


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: enumerating
Present: enumerate (3.person: enumerates)
Past: enumerated
Future: will enumerate
Present conditional: would enumerate
Present Perfect: have enumerated (3.person: has enumerated)
Past Perfect: had enumerated
Future Perfect: will have enumerated
Past conditional: would have enumerated
© dictionarist.com