Αγγλικά → Ελληνικά - entirely

προφορά
επίρ. εντελώς, εξ ολόκληρου, ολότελα

Αγγλικά → Αγγλικά - entirely

προφορά
adv. totally, completely, absolutely

Αγγλικά → Γαλλικά - entirely

προφορά
adv. entièrement, tout à fait, complètement

Αγγλικά → Γερμανικά - entirely

προφορά
adv. vollständig, völlig, ganz

Αγγλικά → Ινδονησιακά - entirely

προφορά
adv. sama sekali, seratus persen, sepenuhnya, segala

Αγγλικά → Ιταλικά - entirely

προφορά
avv. completamente, interamente, del tutto, pienamente; solamente, esclusivamente

Αγγλικά → Πολωνικά - entirely

προφορά
adv. całkowicie, zupełnie, kompletnie, wyłącznie, do cna, calusieńko, czysto

Αγγλικά → Πορτογαλικά - entirely

προφορά
adv. inteiramente, completamente, de forma geral e global

Αγγλικά → Ρουμανικά - entirely

προφορά
adv. întregime: în întregime, complet, tot: cu totul, desăvârşire: cu desăvârşire, radical

Αγγλικά → Ρωσικά - entirely

προφορά
нареч. всецело, совершенно, сплошь, в целом, целиком, нацело, полностью, исключительно, единственно

Αγγλικά → Ισπανικά - entirely

προφορά
adv. enteramente, absolutamente, atestadamente, cabalmente, completamente, completivamente, del todo, en su totalidad, integralmente, íntegramente, llenamente, plenamente, plenariamente, totalmente

Αγγλικά → Τουρκικά - entirely

προφορά
zf. tamamen, baştan sona, büsbütün, bütünüyle, tümüyle

Αγγλικά → Ουκρανικά - entirely

προφορά
adv. цілком, повністю, виключно, тільки, навік

Αγγλικά → Ολλανδικά - entirely

προφορά
bw. in zijn geheel, totaal, helemaal

Αγγλικά → Αραβικά - entirely

προφορά
‏تماما، كلية، بكل المعنى، كليا، بانكباب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - entirely

προφορά
(副) 完全地; 彻底地

Αγγλικά → Κινεζικά - entirely

προφορά
(副) 完全地; 徹底地

Αγγλικά → Χίντι - entirely

προφορά
adv. संपूर्णतः

Αγγλικά → Ιαπωνικά - entirely

προφορά
(副) まったく, 完全に

Αγγλικά → Κορεατικά - entirely

προφορά
부. 아주, 전적으로

Αγγλικά → Βιετναμικά - entirely

προφορά
n. sự trọn, sự nguyên
adv. trọn vẹn


dictionary extension
© dictionarist.com