Αγγλικά → Ελληνικά - enthusiasm

προφορά
ουσ. ενθουσιασμός

Αγγλικά → Αγγλικά - enthusiasm

προφορά
n. excitement, great interest

Αγγλικά → Γαλλικά - enthusiasm

προφορά
n. enthousiasme

Αγγλικά → Γερμανικά - enthusiasm

προφορά
n. Begeisterung, Entzücken, Schwärmerei

Αγγλικά → Ινδονησιακά - enthusiasm

προφορά
n. antusiasme, rasa antusias, semangat besar, kegairahan, gairah, gelora, spirit, kegembiraan yg besar

Αγγλικά → Ιταλικά - enthusiasm

προφορά
s. entusiasmo; passione

Αγγλικά → Πολωνικά - enthusiasm

προφορά
n. entuzjazm, zapał

Αγγλικά → Πορτογαλικά - enthusiasm

προφορά
s. entusiasmo

Αγγλικά → Ρουμανικά - enthusiasm

προφορά
n. entuziasm, avânt, înflăcărare, înfocare, însufleţire, extaz, elan, delir, patos, pornire de sentimente

Αγγλικά → Ρωσικά - enthusiasm

προφορά
с. энтузиазм, восторг, восторженность, увлечение, религиозное исступление

Αγγλικά → Ισπανικά - enthusiasm

προφορά
s. entusiasmo, acicate, afán, apasionamiento

Αγγλικά → Τουρκικά - enthusiasm

προφορά
i. gayret, heyecan, şevk, heves, coşku, istek, coşkunluk, hayranlık

Αγγλικά → Ουκρανικά - enthusiasm

προφορά
n. ентузіазм, захоплення, екстаз, загара, захват

Αγγλικά → Ολλανδικά - enthusiasm

προφορά
zn. enthousiasme

Αγγλικά → Αραβικά - enthusiasm

προφορά
‏حماسة، تعصب ديني، ولولة، حماس، حمية‏

Αγγλικά → Κινεζικά - enthusiasm

προφορά
(名) 狂热; 积极性; 热心

Αγγλικά → Κινεζικά - enthusiasm

προφορά
(名) 狂熱; 積極性; 熱心

Αγγλικά → Χίντι - enthusiasm

προφορά
n. उत्साह, उमंग, जोश, राग

Αγγλικά → Ιαπωνικά - enthusiasm

προφορά
(名) 熱中, 熱狂

Αγγλικά → Κορεατικά - enthusiasm

προφορά
명. 열광, 열, 열중시키는 것, 종교적 열광

Αγγλικά → Βιετναμικά - enthusiasm

προφορά
n. sốt sắng, hăng hái, nhiệt tâm, nhiệt thành, lòng tốt


dictionary extension
© dictionarist.com