Αγγλικά → Ελληνικά - enterprising

προφορά
επίθ. επιχειρηματικός, επιχειρηματίας

Αγγλικά → Αγγλικά - enterprising

προφορά
adj. energetic, venturesome, resourceful, inventive

Αγγλικά → Γαλλικά - enterprising

προφορά
adj. entreprenant, qui a de l'initiative

Αγγλικά → Γερμανικά - enterprising

προφορά
adj. unternehmungslustig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - enterprising

προφορά
a. giat, berusaha: yg berani berusaha

Αγγλικά → Ιταλικά - enterprising

προφορά
agg. intraprendente, pieno d'iniziativa

Αγγλικά → Πολωνικά - enterprising

προφορά
a. przedsiębiorczy, inicjatywny, energiczny, ruchliwy, rzutki

Αγγλικά → Πορτογαλικά - enterprising

προφορά
adj. ativo, ousado, audaz

Αγγλικά → Ρουμανικά - enterprising

προφορά
a. întreprinzător, cutezător, iniţiativă: cu iniţiativă

Αγγλικά → Ρωσικά - enterprising

προφορά
прил. предприимчивый, инициативный

Αγγλικά → Ισπανικά - enterprising

προφορά
adj. emprendedor, acometedor, arremetedor, empresarial, resoluto

Αγγλικά → Τουρκικά - enterprising

προφορά
s. girişimci, girişken, uyanık, atılgan, cesur

Αγγλικά → Ουκρανικά - enterprising

προφορά
a. підприємливий, хоробрий: нерозсудливо хоробрий, хитрий, заповзятий, ініціативний

Αγγλικά → Ολλανδικά - enterprising

προφορά
bn. ondernemend, stoutmoedig

Αγγλικά → Αραβικά - enterprising

προφορά
‏مقدام، مغامر، مبادر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - enterprising

προφορά
(形) 有事业心的; 有魄力的; 富进取心的

Αγγλικά → Κινεζικά - enterprising

προφορά
(形) 有事業心的; 有魄力的; 富進取心的

Αγγλικά → Χίντι - enterprising

προφορά
a. व्यवहार-कुशल, व्यवसायिक, व्यावहारिक, व्यवहार-पटु, मनचला

Αγγλικά → Ιαπωνικά - enterprising

προφορά
(形) 進取的な; 冒険的な; 意欲的な

Αγγλικά → Κορεατικά - enterprising

προφορά
형. 기업적인, 진취적인

Αγγλικά → Βιετναμικά - enterprising

προφορά
a. tánh gan dạ


© dictionarist.com