Αγγλικά → Ελληνικά - enterprise

προφορά
ουσ. επιχείρηση

Αγγλικά → Αγγλικά - enterprise

προφορά
n. city in Alabama (USA); worldwide auto rental company
n. initiative, boldness, adventurous spirit; undertaking, challenging project; company, firm, business
n. Enterprise, city in Alabama (USA)

Αγγλικά → Γαλλικά - enterprise

προφορά
n. Enterprise, ville de l'Alabama (USA); compagnie de location de voiture mondiale
n. entreprise; initiative; compagnie, société, firme, entreprise; projet; audace, courage, témérité

Αγγλικά → Γερμανικά - enterprise

προφορά
n. Enterprise, Stadt in Alabama (USA); weltweiter Autovermieter
n. Initiative, Abenteuerlichkeit; herausforderndes Projekt; Unternehmen, Firma, Geschäft

Αγγλικά → Ινδονησιακά - enterprise

προφορά
n. usaha, keberanian berusaha, kegiatan memulai usaha, kegigihan, pengusahaan, perusahaan, firma

Αγγλικά → Ιταλικά - enterprise

προφορά
s. Enterprise, città dell'Alabama (USA); società internazionale di auto noleggio
s. impresa; intraprendenza, iniziativa, spirito d'iniziativa; azienda, società; progetto impegnativo

Αγγλικά → Πολωνικά - enterprise

προφορά
n. przedsiębiorstwo, przedsięwzięcie, przedsiębiorczość, inicjatywa, antrepryza

Αγγλικά → Πορτογαλικά - enterprise

προφορά
s. Enterprise, cidade no estado de Alabama, E.U.A.; empresa internacional de aluguel de automóveis
s. iniciativa, ousadia, espírito de aventura; tarefa, projeto desafiante, operação, empreendimento; empresa, firma, negócio

Αγγλικά → Ρουμανικά - enterprise

προφορά
n. întreprindere, afacere, acţiune curajoasă, cutezanţă, promptitudine, spirit întreprinzător, antrepriză

Αγγλικά → Ρωσικά - enterprise

προφορά
[enterprise] с. предприятие, смелое предприятие, предприимчивость, смелость, инициатива, энергичность, предпринимательство, промышленное предприятие

Αγγλικά → Ισπανικά - enterprise

προφορά
s. empresa, compañía, corporación, firma; misión, aventura, campaña, cometido, cruzada, operativo, proyecto
s. empresa; iniciativa; Compañía, firma, negocio

Αγγλικά → Τουρκικά - enterprise

προφορά
i. girişim, atılım, girişkenlik, teşebbüs, kuruluş, atılganlık, cesaret

Αγγλικά → Ουκρανικά - enterprise

προφορά
n. підприємство, діловитість, справа

Αγγλικά → Ολλανδικά - enterprise

προφορά
zn. onderneming, waagstuk; speculatie; ondernemingsgeest, initiatief
zn. onderneming, firma; ondernemingsgeest

Αγγλικά → Αραβικά - enterprise

προφορά
‏مشروع، مغامرة، حب المغامرة، جرأة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - enterprise

προφορά
[enterprise] (名) 企业; 主动力, 努力; 公司, 商行, 生意

Αγγλικά → Κινεζικά - enterprise

προφορά
[enterprise] (名) 企業, 進取心, 事業心

Αγγλικά → Χίντι - enterprise

προφορά
n. व्यवहार-कुशलता, जोखिम का काम, उपक्रम, उद्यम, दिलेरी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - enterprise

προφορά
(名) エンタープライズ, アラバマ州にある都市(米国); 国際的な自動車レンタル会社

Αγγλικά → Κορεατικά - enterprise

προφορά
[enterprise] 명. 대담함, 진취적 정신, 모험정신; 도전적인 계획; 회사, 기업

Αγγλικά → Βιετναμικά - enterprise

προφορά
n. mạo hiểm, táo bạo, gan dạ, kế hoạch khó khăn
v. quyết định làm


dictionary extension
© dictionarist.com