Ισπανικά → Αγγλικά - ensanche

προφορά
[ensanche (m)] n. enlargement, expansion; extension; development

Ισπανικά → Γερμανικά - ensanche

προφορά
n. erweiterung, verbreiterung, vergrößerung, ausbau, neustadt, keil, einschlag


© dictionarist.com