Αγγλικά → Ελληνικά - engagement

προφορά
ουσ. αρραβώνες, ασχολία, υπόσχεση, συμπλοκή, μνηστεία, σύμπλεξη

Αγγλικά → Αγγλικά - engagement

προφορά
n. commitment, obligation; betrothal, promise to marry; period of employment; battle, fight; (Obstetrics) entrance of the fetal head or lowermost part of the fetus drops and descends into the pelvic canal
n. commitment, obligation, promise
n. engagement, commitment, involvement, pledge, connection, connexion, committing, joining, obligation, undertaking, recognizance, bond, adherence, cultivation, entrusting, plight, binding, covenant

Αγγλικά → Γαλλικά - engagement

προφορά
n. engagement, obligation; promesse, fiançailles

Αγγλικά → Γερμανικά - engagement

προφορά
n. Verpflichtung; Verbindlichkeit, Engagement; Verlobung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - engagement

προφορά
n. janji, perjanjian, pertunangan, perjanjian pemakaian, pertempuran

Αγγλικά → Ιταλικά - engagement

προφορά
s. impegno, promessa; obbligo, dovere; fidanzamento; appuntamento; (Mil) scontro, combattimento; (Mecc) ingranamento

Αγγλικά → Πολωνικά - engagement

προφορά
n. obietnica, przyrzeczenie, umówione spotkanie, zajęcie, zaangażowanie, zaręczyny, narzeczeństwo, bitwa
a. zaręczynowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - engagement

προφορά
s. compromisso; noivado

Αγγλικά → Ρουμανικά - engagement

προφορά
n. angajament, invitaţie, angajare, promisiune, logodnă, ocupaţie, treabă, întâlnire, bătălie {mil.}, luptă {mil.}, ambreiaj {tehn.}

Αγγλικά → Ρωσικά - engagement

προφορά
с. дело, занятие; обязательство; помолвка; приглашение, ангажемент, встреча, свидание; стычка, бой; зацепление; включение

Αγγλικά → Ισπανικά - engagement

προφορά
s. compromiso, cita; enlace, vínculo; enfrentamiento, batalla, choque, combate, confrontación, encuentro; engranaje

Αγγλικά → Τουρκικά - engagement

προφορά
i. söz, nişanlanma, sözleşme, nişan, taahhüt, yükümlülük, sorumluluk, randevu, uğraş, birbirine geçme, çarpışma

Αγγλικά → Ουκρανικά - engagement

προφορά
n. заняття, діло, запрошення, зобов'язання, заручення, заручини, обручення

Γαλλικά → Αγγλικά - engagement

προφορά
(m) n. engagement, commitment, involvement, pledge, connection, connexion, committing, joining, obligation, undertaking, recognizance, bond, adherence, cultivation, entrusting, plight, binding, covenant

Γερμανικά → Αγγλικά - engagement

προφορά
n. commitment, obligation; betrothal, promise to marry; period of employment; battle, fight; (Obstetrics) entrance of the fetal head or lowermost part of the fetus drops and descends into the pelvic canal

Ιταλικά → Αγγλικά - engagement

προφορά
n. engagement, commitment

Ολλανδικά → Αγγλικά - engagement

προφορά
n. engagement

Αγγλικά → Ολλανδικά - engagement

προφορά
zn. verplichting; verloving

Γαλλικά → Γερμανικά - engagement

προφορά
n. verpflichtung, anstellung, anmeldung, einsatz, anwurf, revers, engagement, anspiel, gefecht

Γαλλικά → Ιταλικά - engagement

προφορά
1. (dossier) impegno (m) 2. (général) promessa solenne; impegno (m)
3. (promesse) impegno (m) 4. (accord) impegno (m)
5. (conduite) impegno (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - engagement

προφορά
1. (dossier) engajamento (m); dedicação (f) 2. (général) promessa solene
3. (promesse) compromisso (m) 4. (accord) compromisso (m)
5. (conduite) empenho (m); esforço (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - engagement

προφορά
n. закладывание (m), залог (m), обязательство (m), облигация (m), помолвка (m), свидание (m), бой (m), присоединение (тех.) (m), сцепление (тех.) (m), зацепление (тех.) (m)
захват (валками) (тех.) (m), врезание (m), навинчивание (тех.) (m), закусывание (тех.) (m), включение (прибора) (тех.) (m), неустойчивость (тех.) (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - engagement

προφορά
1. (dossier) cometido (m) 2. (général) promesa (f)
3. (promesse) compromiso (m) 4. (accord) compromiso (m)
5. (conduite) compromiso (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - engagement

προφορά
[le] rehine koyma; verilen söz, taahhüt; gönüllü (asker) yazılma; çarpışma; taraf tutma; mukavele

Γερμανικά → Γαλλικά - engagement

προφορά
n. acharnement (m), engagement (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - engagement

προφορά
n. scrittura (f), impegno (m), ingaggio (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - engagement

προφορά
n. приглашение на работу (n), ангажемент (n), обязательство (n), активность (n)

Γερμανικά → Ισπανικά - engagement

προφορά
n. compromiso (m), contrata (f)

Γερμανικά → Τουρκικά - engagement

προφορά
i. iş verme (n), yüklenme (n), dansa davet (n)

Ολλανδικά → Γαλλικά - engagement

προφορά
1. (studieproject) engagement (m)
2. (gedrag) engagement (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - engagement

προφορά
1. (dossier) engagement (n); geëngageerdheid (f) 2. (général) plechtige belofte (f); toezegging (f)
3. (promesse) verplichting (f); verbintenis (f) 4. (accord) afspraak (m/f)
5. (conduite) engagement (n)

Γερμανικά → Ολλανδικά - engagement

προφορά
engagement

Αγγλικά → Αραβικά - engagement

προφορά
‏خطوبة، تعهد، إشتباك، معركة، خطبة خطوبة، إرتباط، وعد، موعد، عقد، عمل‏
‏تعشق‏

Αγγλικά → Κινεζικά - engagement

προφορά
(名) 诺言, 婚约, 约会

Αγγλικά → Κινεζικά - engagement

προφορά
(名) 諾言, 婚約, 約會

Αγγλικά → Χίντι - engagement

προφορά
n. काम, कार्य, पेशा, व्यवसाय, मंगनी, सगाई

Αγγλικά → Ιαπωνικά - engagement

προφορά
(名) 約束; 契約; 婚約; 債務; 雇用

Αγγλικά → Κορεατικά - engagement

προφορά
명. 계약, 서약; 약혼, 결혼 약속; 고용기간; 교전

Αγγλικά → Βιετναμικά - engagement

προφορά
n. lời hứa, lời ước, khế ước, sự thuê, mướn thợ, sự mộ lính, lể đính hôn, hôn ước, cuộc chiến đấu, trận đánh

Γερμανικά → Κινεζικά - engagement

προφορά
[das] pl.Engagements 诺言。承诺。婚约。


© dictionarist.com