Πορτογαλικά → Αγγλικά - enfermo

προφορά
adj. invalid, cripple

Ισπανικά → Αγγλικά - enfermo

προφορά
adj. sickly, ill; diseased; troubled; unfit; suffering

Πορτογαλικά → Γαλλικά - enfermo

προφορά
1. (medicina) souffrant; malade
2. (medicina - homem) malade (m)

Ισπανικά → Γαλλικά - enfermo

προφορά
1. (estado físico) indisposé; souffrant
2. (medicina) souffrant; malade; mal
3. (hombre) personne qui souffre 4. (medicina - hombre) malade (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - enfermo

προφορά
n. kranke, patient
a. krank, leidend

Ισπανικά → Ρωσικά - enfermo

προφορά
n. больной,
adj. больной, нездоровый

Ισπανικά → Κορεατικά - enfermo

προφορά
n. 병든, 약한
adj. 아픈


© dictionarist.com