Αγγλικά → Ελληνικά - energize

προφορά
[energize (Amer.) ] ρήμ. ενεργοποιώ

Αγγλικά → Αγγλικά - energize

προφορά
[energize (Amer.) ] v. invigorate, stimulate, enliven; supply with electrical power (also energise)
v. energize, stimulate

Αγγλικά → Γαλλικά - energize

προφορά
[energize (Amer.) ] v. stimuler, dynamiser

Αγγλικά → Γερμανικά - energize

προφορά
Amer.) ] v. antreiben; anschalten; Energie zuführen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - energize

προφορά
v. menimbulkan tenaga, menyalurkan tenaga

Αγγλικά → Ιταλικά - energize

προφορά
[energize (Amer.) ] v. stimolare, infondere energia in; (El) eccitare

Αγγλικά → Πολωνικά - energize

προφορά
v. pobudzać, agitować, energia: wykazać energię, pobudzić

Αγγλικά → Πορτογαλικά - energize

προφορά
[energize (Amer.) ] v. energizar, dar energia, excitar

Αγγλικά → Ρουμανικά - energize

προφορά
v. galvaniza {fig.}, insufla vigoare, stimula

Αγγλικά → Ρωσικά - energize

προφορά
[energize (Amer.) ] г. возбуждать, проявлять энергию, сообщать энергию, питать энергией, пропускать ток

Αγγλικά → Ισπανικά - energize

προφορά
[energize (Amer.) ] v. energizar, activar, mover, dar energía a, dar vigor a, fortificar, revitalizar, vigorizar; ser vigorizante

Αγγλικά → Τουρκικά - energize

προφορά
[energize (Amer.) ] f. harekete geçirmek, güç vermek, enerji vermek, enerji sarfetmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - energize

προφορά
v. дія: спонукати до дії, енергія: проявляти енергію

Αγγλικά → Ολλανδικά - energize

προφορά
[energize (Amer.) ] ww. in werking stellen, energie toevoeren

Αγγλικά → Αραβικά - energize

προφορά
‏عمل بنشاط‏

Αγγλικά → Κινεζικά - energize

προφορά
vt. 接通。接入。开动。发动。

Αγγλικά → Κινεζικά - energize

προφορά
v. 接火 (jıe1 huo3), 通電 (tong1 dıan4)

Αγγλικά → Χίντι - energize

προφορά
v. ऊर्जा की संवहन करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - energize

προφορά
[energize (Amer.) ] (動) 活気づける; エネルギーを与える

Αγγλικά → Κορεατικά - energize

προφορά
[energize (Amer.) ] 동. 정력을 주다, 자극을 주다; 전기력을 주다

Αγγλικά → Βιετναμικά - energize

προφορά
v. thêm nghị lực, thêm cương quyết


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: energizing
Present: energize (3.person: energizes)
Past: energized
Future: will energize
Present conditional: would energize
Present Perfect: have energized (3.person: has energized)
Past Perfect: had energized
Future Perfect: will have energized
Past conditional: would have energized
© dictionarist.com