Αγγλικά → Ελληνικά - energetic

προφορά
επίθ. δυναμικός, ενεργητικός

Αγγλικά → Αγγλικά - energetic

προφορά
adj. vigorous, full of energy

Αγγλικά → Γαλλικά - energetic

προφορά
adj. énergique

Αγγλικά → Γερμανικά - energetic

προφορά
adj. energetisch, tatkräftig, energiegeladen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - energetic

προφορά
a. giat, bekerja: penuh semangat bekerja, cergas, lasak, aktif

Αγγλικά → Ιταλικά - energetic

προφορά
agg. energico, di polso; (Fis) energetico

Αγγλικά → Πολωνικά - energetic

προφορά
a. energiczny, energetyczny, prężny, sprężysty

Αγγλικά → Πορτογαλικά - energetic

προφορά
adj. energético, disposto, "elétrico"

Αγγλικά → Ρουμανικά - energetic

προφορά
a. energic, activ, apăsat, eficace, energie: de energie

Αγγλικά → Ρωσικά - energetic

προφορά
прил. энергичный, активный

Αγγλικά → Ισπανικά - energetic

προφορά
adj. energético, activo, dinámico, drástico, enérgico, pujante

Αγγλικά → Τουρκικά - energetic

προφορά
s. çalışkan, enerjik, faal, kuvvetli, güçlü

Αγγλικά → Ουκρανικά - energetic

προφορά
a. енергійний, сильнодіючий, енергетичний

Ρουμανικά → Αγγλικά - energetic

a. power

Αγγλικά → Ολλανδικά - energetic

προφορά
bn. flink, energiek

Αγγλικά → Αραβικά - energetic

προφορά
‏نشيط، فعال، طاقي، مفعم بالحيوية‏

Αγγλικά → Κινεζικά - energetic

προφορά
(形) 精力充沛的; 积极的

Αγγλικά → Κινεζικά - energetic

προφορά
(形) 精力充沛的; 積極的

Αγγλικά → Χίντι - energetic

προφορά
a. ऊर्जायुक्त, शक्तिशाली

Αγγλικά → Ιαπωνικά - energetic

προφορά
(形) 精力的な

Αγγλικά → Κορεατικά - energetic

προφορά
형. 정력적인, 원기왕성한

Αγγλικά → Βιετναμικά - energetic

προφορά
a. mạnh


dictionary extension
© dictionarist.com