Αγγλικά → Ελληνικά - endow

προφορά
ρήμ. προικίζω, χαρίζω

Αγγλικά → Αγγλικά - endow

προφορά
v. grant, award, give a gift of money or property; furnish with some quality or ability

Αγγλικά → Γαλλικά - endow

προφορά
v. contribuer, souscrire; accorder un don

Αγγλικά → Γερμανικά - endow

προφορά
v. dotieren, stiften; ausstatten

Αγγλικά → Ινδονησιακά - endow

προφορά
v. memberikan, menghadiahkan, membantu dgn pemberian, memberkati

Αγγλικά → Ιταλικά - endow

προφορά
v. dotare, sussidiare, sovvenzionare, finanziare; fornire di

Αγγλικά → Πολωνικά - endow

προφορά
v. fundować, fundnąć, ufundować, dotować, obdzielać, zapisać, wyposażyć, obdarować, nadać, zapisywać, wyposażać, nadawać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - endow

προφορά
v. doar; favorecer

Αγγλικά → Ρουμανικά - endow

προφορά
v. dota, înzestra, lăsa ca moştenire

Αγγλικά → Ρωσικά - endow

προφορά
г. обеспечивать доходом, делать вклад, завещать постоянный доход, наделять, одарять

Αγγλικά → Ισπανικά - endow

προφορά
v. dotar, entregar una donación, hacer una donación a; proveer con

Αγγλικά → Τουρκικά - endow

προφορά
f. bağışlamak, gelir bağlamak, vermek, bahşetmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - endow

προφορά
v. забезпечувати: матеріально забезпечувати, надавати, обдаровувати, жертвувати, наділяти

Αγγλικά → Ολλανδικά - endow

προφορά
ww. begiftigen, subsidieren

Αγγλικά → Αραβικά - endow

προφορά
‏وهب، منح، وقف مالا على‏

Αγγλικά → Κινεζικά - endow

προφορά
(动) 捐赠, 赋予, 捐助

Αγγλικά → Κινεζικά - endow

προφορά
(動) 捐贈, 賦予, 捐助

Αγγλικά → Χίντι - endow

προφορά
v. धर्मस्व देना, वृत्तिदान करना, प्रदान करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - endow

προφορά
(動) 授ける; 寄付する, 献金する

Αγγλικά → Κορεατικά - endow

προφορά
동. 재산을 증여하다; 능력이나 자질을 부여하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - endow

προφορά
v. cấp cho, quyên trợ, cho, phú cho, ưu đãi


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: endowing
Present: endow (3.person: endows)
Past: endowed
Future: will endow
Present conditional: would endow
Present Perfect: have endowed (3.person: has endowed)
Past Perfect: had endowed
Future Perfect: will have endowed
Past conditional: would have endowed
© dictionarist.com