Αγγλικά → Ελληνικά - endorse

προφορά
ρήμ. οπισθογραφώ, εγκρίνω, επιδοκιμάζω

Αγγλικά → Αγγλικά - endorse

προφορά
v. approve, sanction; sign one's name (on the back of a check, etc.)
v. endorse, approve, sign one's name (on the back of a check, etc.) (Central America, Caribbean)

Αγγλικά → Γαλλικά - endorse

προφορά
v. détourner; approuver; soutenir

Αγγλικά → Γερμανικά - endorse

προφορά
v. indossieren; übertragen; beipflichten; gutheißen; unterstützen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - endorse

προφορά
v. menguasakan, mengesahkan, mengabsahkan, menuliskan nama, menyokong, menyetujui

Αγγλικά → Ιταλικά - endorse

προφορά
v. firmare; attergare, scrivere a tergo di; apporre; (Econ) girare, trasferire; (fig) approvare; appoggiare, sostenere, sottoscrivere

Αγγλικά → Πολωνικά - endorse

προφορά
v. żyrować, indosować, aprobować, podpisać się, zanotować

Αγγλικά → Πορτογαλικά - endorse

προφορά
v. endossar; sancionar; confirmar

Αγγλικά → Ρουμανικά - endorse

προφορά
v. andosa, aproba, sprijini, susţine, fi de acord cu

Αγγλικά → Ρωσικά - endorse

προφορά
г. делать передаточную надпись, индоссировать [ком.], расписываться на обороте документа; подтверждать, одобрять; поддерживать

Αγγλικά → Ισπανικά - endorse

προφορά
v. endosar, apoyar, avalar, dar crédito a, justificar, respaldar, rubricar; refrendar, firmar, subscribir, suscribir

Αγγλικά → Τουρκικά - endorse

προφορά
f. arkasına yazmak, ciro etmek, onaylamak, desteklemek, havale etmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - endorse

προφορά
v. індосувати, підписуватися, підтверджувати

Ισπανικά → Αγγλικά - endorse

προφορά
[endorsar] v. endorse, approve, sign one's name (on the back of a check, etc.) (Central America, Caribbean)

Αγγλικά → Ολλανδικά - endorse

προφορά
ww. endosseren; bevestigen, bekrachtigen

Αγγλικά → Αραβικά - endorse

προφορά
‏حول حوالة مالية، حول شيك، أقر، صادق، صادق على، أجاز، وقع على شيك، ظهر شيكا‏

Αγγλικά → Κινεζικά - endorse

προφορά
(动) 支持, 背书于, 赞同

Αγγλικά → Κινεζικά - endorse

προφορά
(動) 支援, 背書於, 贊同

Αγγλικά → Χίντι - endorse

προφορά
v. अनुमोदान करना, पुष्टि करना, समर्थन करना, पृष्ठांकित करना, पृष्ठांकन करना, साबित करना, प्रमाणित करना, तसदीक़ करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - endorse

προφορά
(動) 是認する; 裏書きする(小切手の裏面などに)

Αγγλικά → Κορεατικά - endorse

προφορά
동. 시인하다, 확인하다; 배서하다, 이서하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - endorse

προφορά
v. ký chuyển nhượng, kiểm nhận, thừa nhận


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: endorsing
Present: endorse (3.person: endorses)
Past: endorsed
Future: will endorse
Present conditional: would endorse
Present Perfect: have endorsed (3.person: has endorsed)
Past Perfect: had endorsed
Future Perfect: will have endorsed
Past conditional: would have endorsed
© dictionarist.com