Γαλλικά → Αγγλικά - enclin

προφορά
adj. inclined, given, prone

Γαλλικά → Γερμανικά - enclin

προφορά
zu etwas neigend

Γαλλικά → Ιταλικά - enclin

προφορά
1. (attitude) disposto; incline; propenso
2. (état émotionnel) disposto; incline; pronto a

Γαλλικά → Πορτογαλικά - enclin

προφορά
1. (attitude) disposto; inclinado
2. (état émotionnel) disposto; inclinado

Γαλλικά → Ρωσικά - enclin

προφορά
a. склонный

Γαλλικά → Ισπανικά - enclin

προφορά
1. (attitude) dispuesto; inclinado
2. (état émotionnel) dispuesto; listo

Γαλλικά → Τουρκικά - enclin

προφορά
eğilimli, hevesli, yatkın

Γαλλικά → Ολλανδικά - enclin

προφορά
1. (attitude) gezind; gestemd; genegen
2. (état émotionnel) geneigd; bereid; gezind


dictionary extension
© dictionarist.com