Αγγλικά → Ελληνικά - enceinte

προφορά
έγκυος

Αγγλικά → Αγγλικά - enceinte

προφορά
n. enclave, enclosed area, enclosure
adj. pregnant
adj. pregnant, expecting; quick with child (Informal)

Αγγλικά → Γαλλικά - enceinte

προφορά
n. enceinte, enclave
adj. enceinte, grosse

Αγγλικά → Γερμανικά - enceinte

προφορά
n. Umwallung, Enklave (milit.)
adj. schwanger, trächtig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - enceinte

προφορά
a. hamil

Αγγλικά → Ιταλικά - enceinte

προφορά
s. (Mil; ant) cinta fortificata; zona fortificata
agg. incinta, gravida

Αγγλικά → Πολωνικά - enceinte

προφορά
a. brzemienna

Αγγλικά → Πορτογαλικά - enceinte

προφορά
s. mulher grávida
adj. grávida

Αγγλικά → Ρωσικά - enceinte

προφορά
с. крепостная ограда
прил. беременная

Αγγλικά → Ισπανικά - enceinte

προφορά
s. encinto
adj. encinta, embarazada

Αγγλικά → Τουρκικά - enceinte

προφορά
hamile

Γαλλικά → Αγγλικά - enceinte

προφορά
adj. pregnant, expecting; quick with child (Informal)

Γερμανικά → Αγγλικά - enceinte

προφορά
adj. pregnant

Αγγλικά → Ολλανδικά - enceinte

προφορά
zn. Enclave
bn. zwanger, in verwachting

Γαλλικά → Γερμανικά - enceinte

προφορά
n. stadtmauer, ringmauer, lautsprecherbox, innenraum, innere, gelände
adj. schwanger

Γαλλικά → Ιταλικά - enceinte

προφορά
1. (médecine) incinta; gravida
2. (espace) recinto (m); zona cintata

Γαλλικά → Πορτογαλικά - enceinte

προφορά
1. (médecine) grávida
2. (espace) recinto (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - enceinte

προφορά
n. забор (f)
a. беременная, полный смысла

Γαλλικά → Ισπανικά - enceinte

προφορά
1. (médecine) embarazada; encinta; preñada
2. (espace) recinto (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - enceinte

προφορά
[la] gebe, hamile

Γερμανικά → Τουρκικά - enceinte

προφορά
gebe, hamile

Γαλλικά → Ολλανδικά - enceinte

προφορά
1. (médecine) zwanger
2. (espace) afgesloten gedeelte (n)

Αγγλικά → Αραβικά - enceinte

προφορά
‏حبلي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - enceinte

προφορά
(名) 城墙; 围廓内部
(形) 怀孕的

Αγγλικά → Κινεζικά - enceinte

προφορά
(名) 城牆; 圍廓內部
(形) 懷孕的

Αγγλικά → Χίντι - enceinte

προφορά
a. पेटवाली, गर्भवती, गाभिनी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - enceinte

προφορά
(形) 妊娠している
(名) 城を取り巻く外郭; 城郭内

Αγγλικά → Κορεατικά - enceinte

προφορά
형. 임신하고 있는


dictionary extension
© dictionarist.com