Γαλλικά → Αγγλικά - en substance

προφορά
in substance, material respect

Γαλλικά → Γερμανικά - en substance

προφορά
adj. sinngemäß

Γαλλικά → Ιταλικά - en substance

προφορά
(général) sostanzialmente

Γαλλικά → Πορτογαλικά - en substance

προφορά
(général) substancialmente

Γαλλικά → Ισπανικά - en substance

προφορά
(général) sustancialmente; substancialmente

Γαλλικά → Τουρκικά - en substance

προφορά
özet olarak

Γαλλικά → Ολλανδικά - en substance

προφορά
(général) in wezen


dictionary extension
© dictionarist.com