Γαλλικά → Αγγλικά - en somme

προφορά
adv. in short, in sum

Γαλλικά → Γερμανικά - en somme

προφορά
im ganzen genommen

Γαλλικά → Ρωσικά - en somme

προφορά
phr. совокупный, сумма: в сумме, итог: в итоге, короче говоря, общее: в общем и целом

Γαλλικά → Τουρκικά - en somme

προφορά
sonuçta, sonuç olarak


dictionary extension
© dictionarist.com