Ισπανικά → Αγγλικά - empuje

προφορά
n. pressure, hustle, push, buoyancy, thrust

Ισπανικά → Γαλλικά - empuje

προφορά
1. (aliento) stimulant (m); encouragement (m)
2. (motor) poussée (f); propulsion (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - empuje

προφορά
n. stoß, anstoß, druck, schub, schubkraft, wucht, auftrieb, tatendrang, tatendurst, schwung

Ισπανικά → Ρωσικά - empuje

προφορά
n. толчок, напор

Ισπανικά → Κορεατικά - empuje

προφορά
n. 밀침, 공격


dictionary extension
© dictionarist.com