Αγγλικά → Ελληνικά - employment

προφορά
ουσ. εργασία, πρόσληψη

Αγγλικά → Αγγλικά - employment

προφορά
n. work, occupation, keeping busy

Αγγλικά → Γαλλικά - employment

προφορά
n. emploi, travail

Αγγλικά → Γερμανικά - employment

προφορά
n. Erwerbstätigkeit, Arbeit

Αγγλικά → Ινδονησιακά - employment

προφορά
n. pekerjaan, jabatan, pengerjaan

Αγγλικά → Ιταλικά - employment

προφορά
s. impiego, lavoro, occupazione; attività; uso

Αγγλικά → Πολωνικά - employment

προφορά
n. praca, zatrudnienie, posada, stosowanie, użycie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - employment

προφορά
s. emprego, trabalho, atividade

Αγγλικά → Ρουμανικά - employment

προφορά
n. folosire, folosinţă, întrebuinţare, uz, utilizare, plasament, serviciu, slujbă, ocupaţie, ocupaţiune, îndeletnicire, lucru, treabă

Αγγλικά → Ρωσικά - employment

προφορά
с. работа, служба, занятие, наем, применение, использование

Αγγλικά → Ισπανικά - employment

προφορά
s. empleo, cargo, colocación, prebenda, uso; aplicación

Αγγλικά → Τουρκικά - employment

προφορά
i. iş verme, görevlendirme, görev, iş, hizmet, uğraş, çalıştırma

Αγγλικά → Ουκρανικά - employment

προφορά
n. праця, зайняття, зайнятість, наймання, використання, настов

Αγγλικά → Ολλανδικά - employment

προφορά
zn. werk, arbeid

Αγγλικά → Αραβικά - employment

προφορά
‏عمل، إستخدام، تشغيل، توظيف، إستعمال‏

Αγγλικά → Κινεζικά - employment

προφορά
(名) 雇用, 工作, 职业

Αγγλικά → Κινεζικά - employment

προφορά
(名) 雇用, 工作, 職業

Αγγλικά → Χίντι - employment

προφορά
n. नौकरी, रोज़गार, नियुक्ति, मुलाज़मत, नियोजन

Αγγλικά → Ιαπωνικά - employment

προφορά
(名) 雇用; 職; 採用

Αγγλικά → Κορεατικά - employment

προφορά
명. 사역, 일자리, 일

Αγγλικά → Βιετναμικά - employment

προφορά
n. sự dùng, sử dụng, chỗ làm, việc làm, công việc, nơi làm việc


dictionary extension
© dictionarist.com