Αγγλικά → Ελληνικά - embarrassing

προφορά
επίθ. στενόχωρος

Αγγλικά → Αγγλικά - embarrassing

προφορά
adj. disconcerting, discomposing

Αγγλικά → Γαλλικά - embarrassing

προφορά
adj. embarrassant, déconcertant

Αγγλικά → Γερμανικά - embarrassing

προφορά
[embarrass] v. sorgen; in Verlegenheit bringen
adj. in Verlegenheit bringend, blamierend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - embarrassing

προφορά
a. memalukan

Αγγλικά → Ιταλικά - embarrassing

προφορά
agg. imbarazzante, che mette a disagio, che crea imbarazzo

Αγγλικά → Πολωνικά - embarrassing

προφορά
a. kłopotliwy, krępujący, żenujący, wstydliwy, niezręczny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - embarrassing

προφορά
adj. embaraçoso, desconsertante

Αγγλικά → Ρουμανικά - embarrassing

προφορά
a. ambarasant, jenant

Αγγλικά → Ρωσικά - embarrassing

προφορά
прил. смущающий, затруднительный

Αγγλικά → Ισπανικά - embarrassing

προφορά
[embarrass] v. avergonzar, abochornar, embarazar, hacer enrojecer, ruborizar, sofocar, sonrojar; ser embarazoso

Αγγλικά → Τουρκικά - embarrassing

προφορά
s. utandırıcı, can sıkıcı, zor duruma sokan

Αγγλικά → Ουκρανικά - embarrassing

προφορά
a. бентежний, скрутний, утруднений

Αγγλικά → Ολλανδικά - embarrassing

προφορά
bn. lastig, beschamend

Αγγλικά → Αραβικά - embarrassing

προφορά
‏مربك، محير‏

Αγγλικά → Κινεζικά - embarrassing

προφορά
[embarrass] (动) 使困窘; 阻碍; 使局促不安

Αγγλικά → Κινεζικά - embarrassing

προφορά
[embarrass] (動) 使困窘; 阻礙; 使局促不安

Αγγλικά → Χίντι - embarrassing

προφορά
a. शर्मीला, संकोची, संकोचशील

Αγγλικά → Ιαπωνικά - embarrassing

προφορά
(形) 照れ臭い; どぎまぎさせるような
(動) まごつかせる; 邪魔する; こじらせる

Αγγλικά → Κορεατικά - embarrassing

προφορά
형. 쩔쩔매게 하는

Αγγλικά → Βιετναμικά - embarrassing

προφορά
a. tánh luống cuống, tánh lúng túng, tánh ngượng ngùng


© dictionarist.com