Αγγλικά → Ελληνικά - elevate

προφορά
ρήμ. ανυψώ, εξυψώ, ανυψώνω

Αγγλικά → Αγγλικά - elevate

προφορά
v. glorify, exalt; lift, raise high, move up to a higher position
v. elevate, raise, erect, lift, lift up; exalt
adj. high, elevated, lofty, tall

Αγγλικά → Γαλλικά - elevate

προφορά
v. élever; rehausser, hausser

Αγγλικά → Γερμανικά - elevate

προφορά
v. hochheben, erheben, aufschütten; aufwerten

Αγγλικά → Ινδονησιακά - elevate

προφορά
v. mengangkat, meninggikan, mempertinggi, menaikkan, memperbaiki

Αγγλικά → Ιταλικά - elevate

προφορά
v. elevare, sollevare, alzare; innalzare; migliorare, nobilitare

Αγγλικά → Πολωνικά - elevate

προφορά
v. podnieść, podciągać, podniecać, dźwigać, wydźwignąć, podwyższać, budować, wysublimować, umoralniać, podnosić, podciągnąć, podniecić, dźwignąć, wydźwigać, podwyższyć, umoralnić

Αγγλικά → Πορτογαλικά - elevate

προφορά
v. elevar; entusiasmar; erguer

Αγγλικά → Ρουμανικά - elevate

προφορά
v. ridica, înălţa, eleva, înnobila, înveseli

Αγγλικά → Ρωσικά - elevate

προφορά
г. повышать, поднимать, возвысить, облагораживать, улучшать

Αγγλικά → Ισπανικά - elevate

προφορά
v. elevar, alzar; elevarse, ascender; enardecer; enarbolar, encumbrar, levantar

Αγγλικά → Τουρκικά - elevate

προφορά
f. yükseltmek, kaldırmak, cesaretlendirmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - elevate

προφορά
v. підвищувати, піднімати, облагороджувати, збуджувати, винести

Αγγλικά → Ολλανδικά - elevate

προφορά
ww. opheffen, opslaan; verhogen; verheffen

Αγγλικά → Αραβικά - elevate

προφορά
‏رفع، نعش، شيد، هذب، نشط‏

Αγγλικά → Κινεζικά - elevate

προφορά
(动) 举起; 使上升; 抬起; 提高

Αγγλικά → Κινεζικά - elevate

προφορά
(動) 舉起; 使上升; 抬起; 提高

Αγγλικά → Χίντι - elevate

προφορά
v. ऊपर उठाना, उदात्तीकरण करना, पद बढ़ाना, उन्नत करना, शुद्ध बनाना
a. उदात्त

Αγγλικά → Ιαπωνικά - elevate

προφορά
(動) 高める; 上げる, 上昇させる

Αγγλικά → Κορεατικά - elevate

προφορά
동. 기분을 북돋우다, 의기 양양하게 하다; 올리다, 승진시키다, 높이다

Αγγλικά → Βιετναμικά - elevate

προφορά
v. nâng, cất, nhắc, đem lên cao


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: elevating
Present: elevate (3.person: elevates)
Past: elevated
Future: will elevate
Present conditional: would elevate
Present Perfect: have elevated (3.person: has elevated)
Past Perfect: had elevated
Future Perfect: will have elevated
Past conditional: would have elevated
© dictionarist.com