Αγγλικά → Ελληνικά - elemental

προφορά
επίθ. στοιχειώδης

Αγγλικά → Αγγλικά - elemental

προφορά
adj. simple; basic; of the four basic elements of nature
adj. elemental, simple; basic; of the four basic elements of nature

Αγγλικά → Γαλλικά - elemental

προφορά
adj. élémentaire; rudimentaire

Αγγλικά → Γερμανικά - elemental

προφορά
adj. elementar, ursprünglich; einfach; natürlich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - elemental

προφορά
a. kekuatan: yg berkenaan dgn kekuatan alam, dikuasai: yg tak dpt dikuasai

Αγγλικά → Ιταλικά - elemental

προφορά
agg. elementare, fondamentale; appartenente ai quattro elementi della natura; primitivo, primordiale

Αγγλικά → Πολωνικά - elemental

προφορά
a. żywiołowy, podstawowy, pierwiastkowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - elemental

προφορά
adj. elementar; básico; primário; dos fundamentos da natureza

Αγγλικά → Ρουμανικά - elemental

προφορά
a. elementar, esenţial, component {chim.}

Αγγλικά → Ρωσικά - elemental

προφορά
прил. стихийный, сильный, неудержимый, основной

Αγγλικά → Ισπανικά - elemental

προφορά
adj. elemental, monádico, simple

Αγγλικά → Τουρκικά - elemental

προφορά
s. temel, esas, basit, saf, doğa güçleri ile ilgili

Αγγλικά → Ουκρανικά - elemental

προφορά
a. стихійний, природний, нестримний, початковий, найпростіший

Ισπανικά → Αγγλικά - elemental

προφορά
[elemental] adj. elemental, simple; basic; of the four basic elements of nature

Αγγλικά → Ολλανδικά - elemental

προφορά
bn. simpel; elementair; van natuurramp

Ισπανικά → Γαλλικά - elemental

προφορά
1. (química) élémentaire
2. (rudimentario) élémentaire; rudimentaire; de base; initial

Ισπανικά → Γερμανικά - elemental

προφορά
a. elementar, grundlegend, primär, selbsverständlich

Ισπανικά → Ρωσικά - elemental

προφορά
adj. элементарный

Αγγλικά → Αραβικά - elemental

προφορά
‏عنصري‏

Αγγλικά → Κινεζικά - elemental

προφορά
(形) 元素的, 基本的

Αγγλικά → Κινεζικά - elemental

προφορά
(形) 元素的, 基本的

Αγγλικά → Χίντι - elemental

προφορά
a. मौलिक, प्राथमिक, तात्त्विक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - elemental

προφορά
(形) 自然の力による; すさまじい; 基本的な

Αγγλικά → Κορεατικά - elemental

προφορά
형. 단순한; 기본적인; 자연의 4대요소의

Αγγλικά → Βιετναμικά - elemental

προφορά
a. thuộc về tứ đại, tứ nguyên, thuộc về sơ bộ, nguyên chất

Ισπανικά → Κορεατικά - elemental

προφορά
adj. 단순한, 초보의, 간단한


dictionary extension
© dictionarist.com