Αγγλικά → Ελληνικά - element

προφορά
ουσ. στοιχείο

Αγγλικά → Αγγλικά - element

προφορά
n. main component, something which is a part of a complex whole; substance which cannot be simplified or separated (Chemistry)
n. element, main component, something which is a part of a complex whole; (Chemistry) substance which cannot be simplified or separated
n. element, unit; factor, ingredient

Αγγλικά → Γαλλικά - element

προφορά
n. élément, fondement; individu; principe; corps

Αγγλικά → Γερμανικά - element

προφορά
n. Element; Bauteil; Grundbegriff; Hauptsache

Αγγλικά → Ινδονησιακά - element

προφορά
n. unsur, elemen, faktor, dasar

Αγγλικά → Ιταλικά - element

προφορά
s. elemento; requisito, fattore; ambiente; (Biol) cellula

Αγγλικά → Πολωνικά - element

προφορά
n. element, czynnik, człon {techn.}, żywioł, składnik, składowa, pierwiastek, akcent

Αγγλικά → Πορτογαλικά - element

προφορά
s. elemento, célula; base; átomo ; corpo; fator

Αγγλικά → Ρουμανικά - element

προφορά
n. element, factor, fărâmă, stihie

Αγγλικά → Ρωσικά - element

προφορά
с. элемент, составная часть, небольшая часть; стихия; основы, азы; секция; след; подразделение, звено; причастие, святые дары

Αγγλικά → Ισπανικά - element

προφορά
s. elemento, constitutivo, integrante, material, substancia

Αγγλικά → Τουρκικά - element

προφορά
i. eleman, unsur, öğe, element, faktör, ana unsur, esas, doğa şartları, atmosferik güçler, bir parça, küçük bir miktar

Αγγλικά → Ουκρανικά - element

προφορά
n. елемент, верства, секція, стихія

Γερμανικά → Αγγλικά - element

προφορά
n. main component, something which is a part of a complex whole; substance which cannot be simplified or separated (Chemistry)

Πολωνικά → Αγγλικά - element

n. element, constituent, factor, unit, component

Ρουμανικά → Αγγλικά - element

n. element, item, unit, link, form, elements, rudiments
n. cell

Τουρκικά → Αγγλικά - element

προφορά
n. main component, something which is a part of a complex whole; substance which cannot be simplified or separated (Chemistry)
n. element, main component, something which is a part of a complex whole; (Chemistry) substance which cannot be simplified or separated
n. element, unit; factor, ingredient

Ολλανδικά → Αγγλικά - element

προφορά
n. element, main component, something which is a part of a complex whole; substance which cannot be simplified or separated (Chemistry)

Αγγλικά → Ολλανδικά - element

προφορά
zn. element; bestanddeel

Γερμανικά → Γαλλικά - element

προφορά
n. donnée (f), composante (f), élément (m), module (m), terme (m), composant (m), organe (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - element

προφορά
n. parte (f), forza elementare (f), pila (f), cella (f), elemento (m), componente (m), rudimento (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - element

προφορά
n. стихия (n), элемент (n)

Γερμανικά → Ισπανικά - element

προφορά
n. elemento (m), pila (f), módulo (m), principio (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - element

προφορά
i. öğe (n), element (n), eleman (n), unsur (n)

Τουρκικά → Γαλλικά - element

προφορά
élément [le]

Τουρκικά → Γερμανικά - element

προφορά
n. Element

Τουρκικά → Ρωσικά - element

προφορά
n. элемент (M)

Ολλανδικά → Γαλλικά - element

προφορά
1. (chemie) élément (m)
2. (component) composant (m); élément (m); partie (f)

Γερμανικά → Ολλανδικά - element

προφορά
element

Αγγλικά → Αραβικά - element

προφορά
‏عامل جبري، عنصر كيميائي، مقدار ضئيل، مبادئ علم ما، المجال الملا ئم لشيء ما، خبز القربان، خمره‏

Αγγλικά → Κινεζικά - element

προφορά
(名) 成分; 要素; 分子

Αγγλικά → Κινεζικά - element

προφορά
(名) 成分; 要素; 分子

Αγγλικά → Χίντι - element

προφορά
n. तत्त्व, मूलतत्त्व, मूलवस्तु, भूत, प्राथमिक शिक्षा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - element

προφορά
(名) 要素; 構成分子; 元素(化学); 初歩; 原理

Αγγλικά → Κορεατικά - element

προφορά
명. 원소, 요소; 더이상 분해할 수 없는 단위개체 (화학)

Αγγλικά → Βιετναμικά - element

προφορά
n. yếu tố, nguyên tố, thành phần, sở trường, hoàn cảnh, phần tử, sơ luận

Γερμανικά → Κινεζικά - element

προφορά
[das] pl.Elemente 因素。元件。成份。要素。元素。原理。基础。初步。


dictionary extension
© dictionarist.com