Αγγλικά → Ελληνικά - elbow

προφορά
(Lex**) αγκώνας

Αγγλικά → Αγγλικά - elbow

προφορά
n. joint located in the middle of the human arm
v. shove with one's elbow, jostle, push

Αγγλικά → Γαλλικά - elbow

προφορά
n. coude
v. utiliser des coudes, se frayer en jouant des coudes

Αγγλικά → Γερμανικά - elbow

προφορά
n. Ellbogen
v. Ellenbogen benutzen, vorwärts drängen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - elbow

προφορά
n. siku, boh, bengkokan, potongan bengkok
v. mendorong, mendorongkan, mendesak, menyikut

Αγγλικά → Ιταλικά - elbow

προφορά
s. (Anat, tecn) gomito; curva; ansa; bracciolo
v. spingere a gomitate, dare gomitate a

Αγγλικά → Πολωνικά - elbow

προφορά
n. łokieć, zakręt, kolano {techn.}
v. rozpychać, przeciskać, skręcać, skręcić

Αγγλικά → Πορτογαλικά - elbow

προφορά
s. cotovelo
v. acotovelar

Αγγλικά → Ρουμανικά - elbow

προφορά
n. cot, cotitură, meandru, vinclu {tehn.}
v. împinge cu cotul, face o cotitură, şerpui

Αγγλικά → Ρωσικά - elbow

προφορά
с. локоть; подлокотник; колено [тех.]; коленчатая труба, угольник
г. толкать локтем, проталкиваться

Αγγλικά → Ισπανικά - elbow

προφορά
s. codo
v. codear, dar un codazo a, empujar con el codo

Αγγλικά → Τουρκικά - elbow

προφορά
f. dirsekle dürtmek, dirseklemek, itelemek, ite kaka yol açmak
i. dirsek, dönemeç, dirsek biçiminde eğim

Αγγλικά → Ουκρανικά - elbow

προφορά
n. лікоть, вигин, підлокітник
v. лікоть: штовхати ліктем, протискуватися, проникати, вигинатися, зштовхувати, проштовхуватися

Αγγλικά → Ολλανδικά - elbow

προφορά
zn. elleboog
ww. met de ellebogen dringen/duwen/werken

Αγγλικά → Αραβικά - elbow

προφορά
‏مرفق، كوع، الكرسي المرفق‏
‏دفع بالمرفق‏

Αγγλικά → Κινεζικά - elbow

προφορά
(名) 手肘, 扶手, 急弯
(动) 用肘推, 挤进; 用肘挤着前进

Αγγλικά → Κινεζικά - elbow

προφορά
(名) 手肘, 扶手, 急彎
(動) 用肘推, 擠進; 用肘擠著前進

Αγγλικά → Χίντι - elbow

προφορά
n. कोहनी, मोड़
v. कोहनी मारना, धक्कमधक्का करके निकलना, धक्कमधक्का करके घुसना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - elbow

προφορά
(動) 肘で突く
(名) 肘; 肘の部分; 肘形の物; 肘接手

Αγγλικά → Κορεατικά - elbow

προφορά
명. 팔꿈치
동. 팔꿈치로 쿡 찌르다

Αγγλικά → Βιετναμικά - elbow

προφορά
n. cùi chỏ, cùi tay, khuỷu tay, chổ cong, chổ quẹo, chổ khuỷu
v. chổ gập, thúc bằng cùi chỏ


Χρονοι ρηματων

Present participle: elbowing
Present: elbow (3.person: elbows)
Past: elbowed
Future: will elbow
Present conditional: would elbow
Present Perfect: have elbowed (3.person: has elbowed)
Past Perfect: had elbowed
Future Perfect: will have elbowed
Past conditional: would have elbowed
© dictionarist.com