Ισπανικά → Αγγλικά - eficacia

προφορά
n. efficacy, effectiveness

Ισπανικά → Γαλλικά - eficacia

προφορά
1. (general) effet (m); action (f)
2. (eficiencia) efficacité (f); efficience (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - eficacia

προφορά
n. wirksamkeit, wirkungskraft, kraft, leistung, durchschlagskraft, nachhaltigkeit

Ισπανικά → Ρωσικά - eficacia

προφορά
n. действенность

Ισπανικά → Κορεατικά - eficacia

προφορά
n. 능귤, 유효


dictionary extension
© dictionarist.com