Αγγλικά → Ελληνικά - efficacious

προφορά
επίθ. αποτελεσματικός, δραστικός

Αγγλικά → Αγγλικά - efficacious

προφορά
adj. effective, producing the desired result

Αγγλικά → Γαλλικά - efficacious

προφορά
adj. efficace

Αγγλικά → Γερμανικά - efficacious

προφορά
adj. wirksam, effektiv

Αγγλικά → Ινδονησιακά - efficacious

προφορά
a. berhasil: yg berhasil, mujarab, manjur, mustajab

Αγγλικά → Ιταλικά - efficacious

προφορά
agg. efficace

Αγγλικά → Πολωνικά - efficacious

προφορά
a. skuteczny, efektywny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - efficacious

προφορά
adj. eficaz

Αγγλικά → Ρουμανικά - efficacious

προφορά
a. eficace, productiv, operant

Αγγλικά → Ρωσικά - efficacious

προφορά
прил. эффективный, действенный, производительный

Αγγλικά → Ισπανικά - efficacious

προφορά
adj. eficaz, efectivo

Αγγλικά → Τουρκικά - efficacious

προφορά
s. etkili, tesirli, yeterli, yararlı

Αγγλικά → Ουκρανικά - efficacious

προφορά
a. ефективний, дійовий, діючий

Αγγλικά → Ολλανδικά - efficacious

προφορά
bn. doeltreffend

Αγγλικά → Αραβικά - efficacious

προφορά
‏فعال، مؤثر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - efficacious

προφορά
(形) 有效的; 灵验的

Αγγλικά → Κινεζικά - efficacious

προφορά
(形) 有效的; 靈驗的

Αγγλικά → Χίντι - efficacious

προφορά
a. प्रभावशाली, प्रभावोत्पादक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - efficacious

προφορά
(形) 効き目のある

Αγγλικά → Κορεατικά - efficacious

προφορά
형. 효과 있는

Αγγλικά → Βιετναμικά - efficacious

προφορά
a. hiệu qủa, công hiệu, hiệu nghiệm


dictionary extension
© dictionarist.com