Ισπανικά → Αγγλικά - efecto

προφορά
[efecto (m)] n. bill; effect, result; backspin

Ισπανικά → Γαλλικά - efecto

προφορά
1. (general) effet (m); action (f)
2. (influencia) impact (m); incidence (f); effet (m)
3. (resultado) résultat (m); effet (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - efecto

προφορά
n. wirkung, auswirkung, ergebnis, folge, effekt, leistung, stimmung, wechsel, wertpapier

Ισπανικά → Ρωσικά - efecto

προφορά
n. эффект, результат, действие

Ισπανικά → Κορεατικά - efecto

προφορά
n. 효과, 결과


dictionary extension
© dictionarist.com