Αγγλικά → Ελληνικά - edible

προφορά
επίθ. εδώδιμος, φαγώσιμος

Αγγλικά → Αγγλικά - edible

προφορά
n. something that may be eaten
adj. may be eaten
adj. edible, may be eaten (Latin America)

Αγγλικά → Γαλλικά - edible

προφορά
n. comestible
adj. comestible, mangeable

Αγγλικά → Γερμανικά - edible

προφορά
adj. genießbar, essbar

Αγγλικά → Ινδονησιακά - edible

προφορά
a. dimakan: yg dpt dimakan

Αγγλικά → Ιταλικά - edible

προφορά
s. commestibile, mangiabile
agg. commestibile, mangereccio

Αγγλικά → Πολωνικά - edible

προφορά
a. jadalny, spożywczy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - edible

προφορά
s. coisa de comer
adj. comestível

Αγγλικά → Ρουμανικά - edible

προφορά
a. comestibil

Αγγλικά → Ρωσικά - edible

προφορά
прил. съедобный, годный в пищу

Αγγλικά → Ισπανικά - edible

προφορά
s. comestible
adj. comestible, comible, digerible, nutritivo

Αγγλικά → Τουρκικά - edible

προφορά
s. yenir, yenilebilir, yemeklik

Αγγλικά → Ουκρανικά - edible

προφορά
a. їстівний

Ισπανικά → Αγγλικά - edible

προφορά
adj. edible, may be eaten (Latin America)

Αγγλικά → Ολλανδικά - edible

προφορά
bn. eetbaar

Αγγλικά → Αραβικά - edible

προφορά
‏شىء صالح للأ كل‏
‏صالح للأ كل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - edible

προφορά
(名) 食品, 食物
(形) 可食用的

Αγγλικά → Κινεζικά - edible

προφορά
(名) 食品, 食物
(形) 可食用的

Αγγλικά → Χίντι - edible

προφορά
n. भक्ष्य
a. खाद्य, खाने योग्य, भोज्य, भक्ष्य

Αγγλικά → Ιαπωνικά - edible

προφορά
(形) 食べられる
(名) 食料

Αγγλικά → Κορεατικά - edible

προφορά
명. 먹을 수 있는 것
형. 먹을 수 있는

Αγγλικά → Βιετναμικά - edible

προφορά
n. đồ ăn, thực liệu
a. vật ăn được


dictionary extension
© dictionarist.com