Πορτογαλικά → Αγγλικά - eclesiástico

προφορά
adj. ecclesiastic, clericalist; churchman, clerk; parson, priest

Ισπανικά → Αγγλικά - eclesiástico

προφορά
adj. ecclesiastical, of or pertaining to the church; clerical, of the clergy

Πορτογαλικά → Γαλλικά - eclesiástico

προφορά
1. (geral) ecclésiastique
2. (religião) ecclésiastique (m)

Ισπανικά → Γαλλικά - eclesiástico

προφορά
1. (general) ecclésiastique
2. (religión) ecclésiastique (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - eclesiástico

προφορά
n. geistliche, kleriker, priester
a. kirchlich, geistlich

Ισπανικά → Κορεατικά - eclesiástico

προφορά
n. 성직자
adj. 령적, 정신, 교회의


dictionary extension
© dictionarist.com