Αγγλικά → Ελληνικά - earnest

προφορά
[earnest] επίθ. ένθερμος, καπάρο, σοβαρός

Αγγλικά → Αγγλικά - earnest

προφορά
n. man's name

Αγγλικά → Γαλλικά - earnest

προφορά
n. Earnest ou Ernest, prénom masculin

Αγγλικά → Γερμανικά - earnest

προφορά
[earnest] n. Handgeld, Anzahlung
adj. ernst
n. Earnest, Ernst (Vorname)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - earnest

προφορά
n. uang muka, tanda, alamat
a. sungguh-sungguh, tekun, bertekad: yg bertekad

Αγγλικά → Ιταλικά - earnest

προφορά
s. serietà

Αγγλικά → Πολωνικά - earnest

προφορά
n. zadatek, przedsmak, gwarancja
a. poważny, rzetelny, starający się, gorliwy, żarliwy, usilny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - earnest

προφορά
s. Earnest, nome próprio masculino

Αγγλικά → Ρουμανικά - earnest

προφορά
n. seriozitate, avans, acont, garanţie, arvună
a. serios, convins, zelos, onorabil

Αγγλικά → Ρωσικά - earnest

προφορά
[earnest] с. серьезность; задаток, залог
прил. искренний, горячий, ревностный; серьезный, важный

Αγγλικά → Ισπανικά - earnest

προφορά
s. Ernesto, nombre propio masculino

Αγγλικά → Τουρκικά - earnest

προφορά
i. avans, teminât, tadım, delil, ciddi olma

Αγγλικά → Ουκρανικά - earnest

προφορά
n. серйозність, важливість, завдаток, запорука, порука
a. серйозний, важливий, переконаний, щирий, гарячий, палкий

Αγγλικά → Ολλανδικά - earnest

προφορά
zn. ernst, menens

Αγγλικά → Αραβικά - earnest

προφορά
‏عربون‏
‏جد، جدي، جاد، غير هازل، هام، مخلص‏

Αγγλικά → Κινεζικά - earnest

προφορά
[earnest] (名) 认真, 诚挚
(形) 认真的, 重要的, 热心的

Αγγλικά → Κινεζικά - earnest

προφορά
[earnest] (名) 認真, 誠摯
(形) 認真的, 重要的, 熱心的

Αγγλικά → Χίντι - earnest

προφορά
n. थाती, बयाना, साई
a. जोशीला, ईमानदार, उत्सुक, तत्पर, अकपट

Αγγλικά → Ιαπωνικά - earnest

προφορά
(名) アーネスト, 男子名

Αγγλικά → Κορεατικά - earnest

προφορά
명. 진지함, 계약금, 징조
형. 진지한, 성실한; 열심인, 착실한

Αγγλικά → Βιετναμικά - earnest

προφορά
n. sự đặc cọc, tiền đặc cọc, chứng cớ
a. đứng đắn, nghiêm trang, tận tâm, hết lòng, sốt sắng, gấp, vội vàng


dictionary extension
© dictionarist.com