Γερμανικά → Αγγλικά - dynamisch

προφορά
adv. dynamically, in a dynamic manner; energetically, vigorously

Ολλανδικά → Αγγλικά - dynamisch

προφορά
adj. dynamic

Γερμανικά → Γαλλικά - dynamisch

προφορά
adj. dynamique

Γερμανικά → Ιταλικά - dynamisch

προφορά
adj. dinamico, vivace

Γερμανικά → Ρωσικά - dynamisch

προφορά
adj. динамический, динамичный

Γερμανικά → Ισπανικά - dynamisch

προφορά
adj. dinámico

Γερμανικά → Τουρκικά - dynamisch

προφορά
s. dinamik, devimsel

Ολλανδικά → Γαλλικά - dynamisch

προφορά
1. (persoon) actif; allant; dynamique; énergique; entreprenant
2. (algemeen) dynamiquement

Γερμανικά → Ολλανδικά - dynamisch

προφορά
dynamisch

Γερμανικά → Κινεζικά - dynamisch

προφορά
adj. 动态的。动力的。有强度的。有生命力的。


© dictionarist.com