Αγγλικά → Αγγλικά - dwell on

προφορά
harp on, linger over an idea, keep the attention directed on; be obsessed with

Αγγλικά → Γαλλικά - dwell on

προφορά
rester attaché à-; s'attarder sur-

Αγγλικά → Γερμανικά - dwell on

προφορά
verweilen bei

Αγγλικά → Πολωνικά - dwell on

προφορά
v. rozwodzić się nad

Αγγλικά → Ρουμανικά - dwell on

προφορά
v. insista asupra

Αγγλικά → Ρωσικά - dwell on

προφορά
г. подробно останавливаться

Αγγλικά → Ισπανικά - dwell on

προφορά
v. explicar largamente, explayarse en, insistir en, hincapié: hacer hincapié en, meditar, énfasis: dar énfasis a, alargar

Αγγλικά → Τουρκικά - dwell on

προφορά
üzerinde durmak, uzatarak söylemek

Αγγλικά → Ολλανδικά - dwell on

προφορά
uitweiden over (iets)

Αγγλικά → Αραβικά - dwell on

προφορά
‏أسهب‏

Αγγλικά → Χίντι - dwell on

προφορά
v. खींचना, हकलाकर बोलना

Αγγλικά → Κορεατικά - dwell on

προφορά
동. ...에 유의하다, 자세히 설명하다, 머뭇거리다

Αγγλικά → Βιετναμικά - dwell on

προφορά
v. nhấn mạnh


dictionary extension
© dictionarist.com