Ινδονησιακά → Αγγλικά - duda

n. widower

Πολωνικά → Αγγλικά - duda

n. hornpipe, booby, bowels, fathead

Ρουμανικά → Αγγλικά - duda

n. mulberry

Ισπανικά → Αγγλικά - duda

προφορά
n. doubt, qualm, query, niggle, misoivino

Ισπανικά → Γαλλικά - duda

προφορά
(incertidumbre) doute (m); hésitation (f); incertitude (f); perplexité (f); équivoque (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - duda

προφορά
n. zweifel, ungewissheit, bedenken, skepsis

Ισπανικά → Ρωσικά - duda

προφορά
n. сомнение, неуверенность

Ισπανικά → Κορεατικά - duda

προφορά
n. 의심


© dictionarist.com