Αγγλικά → Ελληνικά - duct

προφορά
ουσ. αγωγός, σωλήνας

Αγγλικά → Αγγλικά - duct

προφορά
n. conduit, canal, passage, pipe (for conducting liquids or air)

Αγγλικά → Γαλλικά - duct

προφορά
n. tuyau; conduit, canal; tube; tuyau de ventilation

Αγγλικά → Γερμανικά - duct

προφορά
n. Rohr, Wasserleitung; Luftschacht

Αγγλικά → Ινδονησιακά - duct

προφορά
n. pembuluh, saluran, bandar, pipa, bis

Αγγλικά → Ιταλικά - duct

προφορά
s. condotto, tubo, tubatura; (Anat) canale

Αγγλικά → Πολωνικά - duct

προφορά
n. kanał, przewód, akwedukt, cewka {techn.}, droga

Αγγλικά → Πορτογαλικά - duct

προφορά
s. conduto; canal; tubo

Αγγλικά → Ρουμανικά - duct

προφορά
n. canal, conductă

Αγγλικά → Ρωσικά - duct

προφορά
с. проток, канал, трубопровод, труба

Αγγλικά → Ισπανικά - duct

προφορά
s. ducto, canal, conducto

Αγγλικά → Τουρκικά - duct

προφορά
i. tüp, boru, kanal

Αγγλικά → Ουκρανικά - duct

προφορά
n. капіляр, прохід, трубопровід, канал

Αγγλικά → Ολλανδικά - duct

προφορά
zn. buis; kanaal; leiding

Αγγλικά → Αραβικά - duct

προφορά
‏أنبوب، وريد، قناة‏
‏نقل بأنبوب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - duct

προφορά
(名) 输送管; 导管

Αγγλικά → Κινεζικά - duct

προφορά
(名) 輸送管; 導管

Αγγλικά → Χίντι - duct

προφορά
n. शरीर की नली, शरीर की प्रणाली, प्रइपलाइन

Αγγλικά → Ιαπωνικά - duct

προφορά
(名) 管; 送風管; 送水管; 管路; 導管

Αγγλικά → Κορεατικά - duct

προφορά
명. 송수관, 도관, 통기관

Αγγλικά → Βιετναμικά - duct

προφορά
n. ống dẩn, cống dẩn nước, ống dẩn điện


Χρονοι ρηματων

Present participle: ducting
Present: duct (3.person: ducts)
Past: ducted
Future: will duct
Present conditional: would duct
Present Perfect: have ducted (3.person: has ducted)
Past Perfect: had ducted
Future Perfect: will have ducted
Past conditional: would have ducted
© dictionarist.com