Αγγλικά → Ελληνικά - droughty

προφορά
επίθ. ξηρός

Αγγλικά → Αγγλικά - droughty

προφορά
adj. dry; lacking rain; thirsty (Informal British usage)

Αγγλικά → Γαλλικά - droughty

προφορά
adj. sec, aride

Αγγλικά → Γερμανικά - droughty

προφορά
niederschlagsarm

Αγγλικά → Ινδονησιακά - droughty

προφορά
a. kering

Αγγλικά → Ιταλικά - droughty

προφορά
agg. secco, arido; assetato

Αγγλικά → Πορτογαλικά - droughty

προφορά
adj. seco; sem chuva; sedento

Αγγλικά → Ρουμανικά - droughty

προφορά
a. secetos

Αγγλικά → Ρωσικά - droughty

προφορά
прил. засушливый, сухой

Αγγλικά → Τουρκικά - droughty

προφορά
s. kurak, susuz, kıt

Αγγλικά → Ουκρανικά - droughty

προφορά
a. посушливий, пересохлий, спраглий

Αγγλικά → Ολλανδικά - droughty

προφορά
bn. droog; dor; dorstig (Informeel Engels gebruik)

Αγγλικά → Κινεζικά - droughty

προφορά
adj. 干旱的 (gan4 han4 de5), 燥 (zao4)

Αγγλικά → Κινεζικά - droughty

προφορά
adj. 幹旱的 (gan4 han4 de5), 燥 (zao4)

Αγγλικά → Χίντι - droughty

προφορά
a. वर्षा-जलशून्य, प्यासा, ख़ुश्क, सूखा

Αγγλικά → Κορεατικά - droughty

προφορά
형. 가문

Αγγλικά → Βιετναμικά - droughty

προφορά
n. khô


dictionary extension
© dictionarist.com