Αγγλικά → Αγγλικά - drawn out

προφορά
adj. lasting longer than is usual; prolonged in an exhausting manner; extended

Αγγλικά → Γαλλικά - drawn out

προφορά
adj. sortir; retirer; arracher (clou); encourager; étirer, prolonger; traîner; tirer en longueur

Αγγλικά → Γερμανικά - drawn out

προφορά
gezückt, Ziehvorgang

Αγγλικά → Ινδονησιακά - drawn out

προφορά
adj. yg berlarut-larut

Αγγλικά → Πολωνικά - drawn out

προφορά
adj. wydłużony

Αγγλικά → Ρουμανικά - drawn out

προφορά
v. scoate, desena, smulge, scoate la lumină, lungi, ieşi, face să mărturisească, dura mult, face să avanseze, creşte

Αγγλικά → Ρωσικά - drawn out

προφορά
прил. удлиненный, вытянутый, длительный, продолжительный

Αγγλικά → Ισπανικά - drawn out

προφορά
adj. larguísimo, fin: sin fin

Αγγλικά → Τουρκικά - drawn out

προφορά
s. bitkin, süzgün

Αγγλικά → Ουκρανικά - drawn out

προφορά
v. видвигати, вилапати, виловити, вирвати, витягти, витягувати, вичерпати, вичерпувати, добувати собі на життя, отягати, подовжувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - drawn out

προφορά
bn. langdurig

Αγγλικά → Αραβικά - drawn out

προφορά
طويل جدا, أصبح طويلا

Αγγλικά → Κινεζικά - drawn out

προφορά
adj. 广大的 (guang3 da4 de5), 抽取的 (chou1 qu3 de5)

Αγγλικά → Κινεζικά - drawn out

προφορά
adj. 廣大的 (guang3 da4 de5), 抽取的 (chou1 qu3 de5)

Αγγλικά → Χίντι - drawn out

προφορά
adj. लंबा किया हुआ

Αγγλικά → Βιετναμικά - drawn out

προφορά
n. mở ngăn tủ, vẽ một vật
a. thố lộ tâm tình, làm cho nói


dictionary extension
© dictionarist.com