Αγγλικά → Γαλλικά - dragging

προφορά
n. entraînement (m), traînement (m)

Αγγλικά → Γερμανικά - dragging

προφορά
adj. schleppend
n. schleppen (n)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - dragging

προφορά
n. seretan, seret

Αγγλικά → Πολωνικά - dragging

προφορά
n. pogłębianie, wywlekanie, włóka

Αγγλικά → Πορτογαλικά - dragging

προφορά
s. arrasto (m)

Αγγλικά → Ρουμανικά - dragging

προφορά
a. durată: de lungă durată, sâcâitor

Αγγλικά → Ρωσικά - dragging

προφορά
с. волочение (N),
прил. тянущий, щемящий

Αγγλικά → Ισπανικά - dragging

προφορά
arrastre, rastrero, remolque, garreo, rastreo, deslizamiento, dragado, enrayado, arrastrándose, rastreo en el agua

Αγγλικά → Αραβικά - dragging

προφορά
‏جرف، تباطؤ، جر، سحب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - dragging

προφορά
n. 拖延 (tuo1 yan2)
adj. 拖延的 (tuo1 yan2 de5)

Αγγλικά → Κινεζικά - dragging

προφορά
n. 拖延 (tuo1 yan2)
adj. 拖延的 (tuo1 yan2 de5)

Αγγλικά → Χίντι - dragging

προφορά
n. खींचना, घसीटना, रगड़, घिसाव
a. टीस उठनेवाला, बिसूरनेवाला, शिकायत करनेवाला

Αγγλικά → Κορεατικά - dragging

προφορά
형. 질질 끄는, 오래 걸리는
명. 질질 끄는 것, 오래 걸리는 것

Αγγλικά → Βιετναμικά - dragging

προφορά
a. lôi kéo, kéo dài, làm cản trở, kéo theo


dictionary extension
© dictionarist.com