Αγγλικά → Ελληνικά - dour

προφορά
επίθ. κατηφής, σκυθρωπός

Αγγλικά → Αγγλικά - dour

προφορά
adj. gloomy, serious

Αγγλικά → Γαλλικά - dour

προφορά
adj. sérieux, sévère, austère

Αγγλικά → Γερμανικά - dour

προφορά
adj. düster, finster

Αγγλικά → Ινδονησιακά - dour

προφορά
a. belas kasihan: yg tak kenal belas kasihan, keras, masam

Αγγλικά → Ιταλικά - dour

προφορά
agg. cupo, tetro, arcigno, accigliato; severo, austero, rigido, aspro; ostinato, duro, caparbio

Αγγλικά → Πολωνικά - dour

προφορά
a. zimny, srogi, uparty

Αγγλικά → Πορτογαλικά - dour

προφορά
adj. sério, circunspecto

Αγγλικά → Ρουμανικά - dour

προφορά
a. aspru, sever, încăpăţânat, dur

Αγγλικά → Ρωσικά - dour

προφορά
прил. суровый, строгий, непреклонный, упрямый

Αγγλικά → Ισπανικά - dour

προφορά
adj. severo, austero

Αγγλικά → Τουρκικά - dour

προφορά
s. ters, inatçı, aksi, asık suratlı

Αγγλικά → Ουκρανικά - dour

προφορά
a. суворий, понурий

Αγγλικά → Ολλανδικά - dour

προφορά
bn. hard, streng, koppig

Αγγλικά → Αραβικά - dour

προφορά
‏صارم، عنيد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - dour

προφορά
(形) 不爱讲话的, 严厉的, 沉沉的

Αγγλικά → Κινεζικά - dour

προφορά
(形) 不愛講話的, 嚴厲的, 沈沈的

Αγγλικά → Χίντι - dour

προφορά
a. कड़ा, रूखा, बेदर्द, कठोर, उदास, म्लान

Αγγλικά → Ιαπωνικά - dour

προφορά
(形) 気難しい

Αγγλικά → Κορεατικά - dour

προφορά
형. 음울한, 엄한

Αγγλικά → Βιετναμικά - dour

προφορά
a. nghiêm khắc, khắc khổ, cố chấp


dictionary extension
© dictionarist.com