Αγγλικά → Ελληνικά - dominance

προφορά
ουσ. κυριότητα, επικράτηση, υπεροχή

Αγγλικά → Αγγλικά - dominance

προφορά
n. control, domination
n. dominance, control

Αγγλικά → Γαλλικά - dominance

προφορά
n. dominance; prédominance

Αγγλικά → Γερμανικά - dominance

προφορά
n. Vorherrschaft

Αγγλικά → Ινδονησιακά - dominance

προφορά
n. kekuasaan, berkuasa: hal berkuasa

Αγγλικά → Ιταλικά - dominance

προφορά
s. ascendente, influenza; dominio; predominio, prevalenza

Αγγλικά → Πολωνικά - dominance

προφορά
n. przewaga, panowanie, dominowanie {biol.}

Αγγλικά → Πορτογαλικά - dominance

προφορά
s. domínio

Αγγλικά → Ρουμανικά - dominance

προφορά
n. predominare, stăpânire

Αγγλικά → Ρωσικά - dominance

προφορά
с. господство, преобладание, превосходство, влияние

Αγγλικά → Ισπανικά - dominance

προφορά
s. dominación, ascendencia, dominio, predominio

Αγγλικά → Τουρκικά - dominance

προφορά
i. egemenlik, hakimiyet, nüfuz, güç, üstünlük; başat olan şey

Αγγλικά → Ουκρανικά - dominance

προφορά
n. панування, засилля

Γαλλικά → Αγγλικά - dominance

προφορά
(f) n. dominance, control

Αγγλικά → Ολλανδικά - dominance

προφορά
zn. overheersing, kontrole

Γαλλικά → Γερμανικά - dominance

προφορά
n. dominanz

Αγγλικά → Αραβικά - dominance

προφορά
‏سيطرة، هيمنة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - dominance

προφορά
(名) 优势; 支配, 统治

Αγγλικά → Κινεζικά - dominance

προφορά
(名) 優勢; 支配, 統治

Αγγλικά → Χίντι - dominance

προφορά
n. प्रधानता, प्राबल्य, महत्व, असर, प्रभाव

Αγγλικά → Ιαπωνικά - dominance

προφορά
(名) 優勢; 支配

Αγγλικά → Κορεατικά - dominance

προφορά
명. 권세, 지배, 우세

Αγγλικά → Βιετναμικά - dominance

προφορά
n. ưu thế, quyền thế, có thế lực, uy thế


dictionary extension
© dictionarist.com