Ρουμανικά → Αγγλικά - doctrina

n. doctrine, teaching, tenet, gospel, lore, doxy, institution, light

Ισπανικά → Αγγλικά - doctrina

προφορά
n. teaching; doctrine

Ισπανικά → Γαλλικά - doctrina

προφορά
(principio) doctrine (f); thèse (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - doctrina

προφορά
n. lehre, doktrin, lehrmeinung, schule, glaubenslehre, katechismus

Ισπανικά → Ρωσικά - doctrina

προφορά
n. учение

Ισπανικά → Κορεατικά - doctrina

προφορά
n. 학설, 교리


dictionary extension
© dictionarist.com