Αγγλικά → Ελληνικά - distribute

προφορά
ρήμ. διανέμω, μοιράζω

Αγγλικά → Αγγλικά - distribute

προφορά
v. deliver to, allot, hand out; divide into stages or classes

Αγγλικά → Γαλλικά - distribute

προφορά
v. distribuer, répartir, disperser

Αγγλικά → Γερμανικά - distribute

προφορά
v. aufteilen, verteilen, austeilen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - distribute

προφορά
v. membagi, membagikan, mendistribusi, mendistribusikan, mencatu, menyalurkan, menyebarkan, mengedarkan, memperedarkan

Αγγλικά → Ιταλικά - distribute

προφορά
v. distribuire, ripartire, dividere; spargere, spandere; classificare, ordinare; amministrare; (Tip) scomporre

Αγγλικά → Πολωνικά - distribute

προφορά
v. dzielić, kolportować, obdzielać, rozdać, rozdarować, rozdzielać, rozkładać, rozkolportować, rozlokować, rozmieścić, roznieść, rozprowadzać, rozrzucać, rozsiedlać, rozdawać, rozdzielić, rozłożyć, rozmieszczać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - distribute

προφορά
v. distribuir, dividir

Αγγλικά → Ρουμανικά - distribute

προφορά
v. distribui, împărţi, repartiza, difuza, doza, împrăştia, răspândi, clasa, clasifica

Αγγλικά → Ρωσικά - distribute

προφορά
г. распределять, раздавать; равномерно разбрасывать; классифицировать; разобрать шрифт и разложить его по кассам; использовать термин в самом общем и широком смысле

Αγγλικά → Ισπανικά - distribute

προφορά
v. distribuir, asignar, dividir, hacer repartición de, racionar, repartir; circular, dispensar, hacer circular

Αγγλικά → Τουρκικά - distribute

προφορά
f. dağıtmak, vermek, paylaştırmak, yaymak, saçmak; sürmek (boya)

Αγγλικά → Ουκρανικά - distribute

προφορά
v. розподіляти, поширювати, класифікувати, вділити, вділяти, видівляти, обділяти, роздавати, розкладати, розповсюджувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - distribute

προφορά
ww. verdelen, uitdelen, distribuëren, uitgeven

Αγγλικά → Αραβικά - distribute

προφορά
‏وزع، فرق، نشر، نثر، صنف، بوب، قسم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - distribute

προφορά
(动) 分发; 散布; 分配

Αγγλικά → Κινεζικά - distribute

προφορά
(動) 分發; 散佈; 分配

Αγγλικά → Χίντι - distribute

προφορά
v. बांटना, वितरित करना, विभाजित करना, फैलाना, अलग करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - distribute

προφορά
(動) 分配する; 分布させる; 散布する

Αγγλικά → Κορεατικά - distribute

προφορά
동. 분배하다, 배분하다, 배부하다; 분류하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - distribute

προφορά
v. chia, phân phát, làm tung tán, phân hạng, phân loại


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: distributing
Present: distribute (3.person: distributes)
Past: distributed
Future: will distribute
Present conditional: would distribute
Present Perfect: have distributed (3.person: has distributed)
Past Perfect: had distributed
Future Perfect: will have distributed
Past conditional: would have distributed
© dictionarist.com