Αγγλικά → Ελληνικά - distressing

προφορά
(Lex**) να στενοχωρήσει

Αγγλικά → Αγγλικά - distressing

προφορά
adj. troubling, worrying, saddening

Αγγλικά → Γαλλικά - distressing

προφορά
adj. affligeant, pénible

Αγγλικά → Γερμανικά - distressing

προφορά
[distress] v. bedrücken, bekümmern
adj. beklagenswert, schmerzlich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - distressing

προφορά
a. menyedihkan: yg menyedihkan, menyusahkan: yg menyusahkan

Αγγλικά → Ιταλικά - distressing

προφορά
agg. penoso, angoscioso, doloroso

Αγγλικά → Πολωνικά - distressing

προφορά
a. rozpaczliwy, bolesny, hiobowy, niepokojący

Αγγλικά → Πορτογαλικά - distressing

προφορά
adj. agoniante, doloroso, desesperador

Αγγλικά → Ρουμανικά - distressing

προφορά
a. dezolant, dureros, jalnic

Αγγλικά → Ρωσικά - distressing

προφορά
прил. огорчительный, огорчающий, терзающий, внушающий беспокойство

Αγγλικά → Ισπανικά - distressing

προφορά
adj. inquietante, acongojante, aflictivo, afligente, alarmante, angustiante, angustioso, congojoso, conturbador, desconsolador, intranquilizador, intranquilizante, preocupante

Αγγλικά → Τουρκικά - distressing

προφορά
s. üzücü, acıklı, ızdıraplı

Αγγλικά → Ουκρανικά - distressing

προφορά
a. тривожний

Αγγλικά → Ολλανδικά - distressing

προφορά
bn. pijn of verdriet veroorzakend

Αγγλικά → Αραβικά - distressing

προφορά
‏مؤلم، محزن، مقلق، فاجع، كئيب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - distressing

προφορά
(形) 使人痛苦的; 令人烦恼的

Αγγλικά → Κινεζικά - distressing

προφορά
(形) 使人痛苦的; 令人煩惱的

Αγγλικά → Χίντι - distressing

προφορά
a. रंजीदा करनेवाला, दुःखित करनेवाला, परेशान, चिंतातुर, विक्षुब्ध

Αγγλικά → Ιαπωνικά - distressing

προφορά
(形) 苦悩を与える
(動) 苦しめる; 困窮させる

Αγγλικά → Κορεατικά - distressing

προφορά
형. 괴로움을 주는, 괴롭게 하는

Αγγλικά → Βιετναμικά - distressing

προφορά
a. sầu nảo, phiền muộn, đau buồn


dictionary extension
© dictionarist.com