Αγγλικά → Ελληνικά - distinctive

προφορά
επίθ. διακριτικός, ξεχωριστός

Αγγλικά → Αγγλικά - distinctive

προφορά
adj. special, unique, different
adj. distinctive, special, unique

Αγγλικά → Γαλλικά - distinctive

προφορά
adj. distinctif, différent, spécial

Αγγλικά → Γερμανικά - distinctive

προφορά
adj. besonders, andersartig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - distinctive

προφορά
a. khusus, istimewa, tersendiri, membedakan: bersifat membedakan, membeda-bedakan: bersifat membeda-bedakan

Αγγλικά → Ιταλικά - distinctive

προφορά
agg. distintivo; caratteristico, particolare

Αγγλικά → Πολωνικά - distinctive

προφορά
a. wyróżniający, charakterystyczny, indywidualny, rozpoznawczy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - distinctive

προφορά
adj. distintivo, diferente, especial

Αγγλικά → Ρουμανικά - distinctive

προφορά
a. distinctiv, caracteristic, specific, deosebitor

Αγγλικά → Ρωσικά - distinctive

προφορά
прил. отличительный, характерный, особый, самобытный

Αγγλικά → Ισπανικά - distinctive

προφορά
adj. distintivo, atributivo, característico, peculiar

Αγγλικά → Τουρκικά - distinctive

προφορά
s. ayırıcı, belirgin; özel, karakteristik, kendine özgü, özgün

Αγγλικά → Ουκρανικά - distinctive

προφορά
a. відмінний, характерний, розпізнавальний, самобутній

Γαλλικά → Αγγλικά - distinctive

προφορά
[distinctif] adj. distinctive, special, unique

Αγγλικά → Ολλανδικά - distinctive

προφορά
bn. speciaal, verschillend, anders

Αγγλικά → Αραβικά - distinctive

προφορά
‏مميز‏

Αγγλικά → Κινεζικά - distinctive

προφορά
(形) 有特色的, 出众的

Αγγλικά → Κινεζικά - distinctive

προφορά
(形) 有特色的, 出眾的

Αγγλικά → Χίντι - distinctive

προφορά
a. अलगानेवाला, विशेष, ख़ास, विशेषता-सूचक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - distinctive

προφορά
(形) 区別する; 特徴のある

Αγγλικά → Κορεατικά - distinctive

προφορά
형. 특유의, 독특한

Αγγλικά → Βιετναμικά - distinctive

προφορά
a. đặc biệt, riêng biệt, khác biệt


dictionary extension
© dictionarist.com