Αγγλικά → Ελληνικά - distinct

προφορά
επίθ. ευκρινής, ευδιάκριτος, ξεχωριστός, σαφής

Αγγλικά → Αγγλικά - distinct

προφορά
adj. clear, plain; different; separate
adj. distinct, separate, articulate; several; discreet

Αγγλικά → Γαλλικά - distinct

προφορά
adj. clair, distinct, net; différent

Αγγλικά → Γερμανικά - distinct

προφορά
adj. klar, erkennbar; getrennt, abgesondert

Αγγλικά → Ινδονησιακά - distinct

προφορά
a. terang, jelas, tedas, bayan, nyata, lain, terpisah, istimewa, berbeda, berbeda-beda

Αγγλικά → Ιταλικά - distinct

προφορά
agg. distinto, diviso, separato; diverso, differente; chiaro, netto; notevole, considerevole

Αγγλικά → Πολωνικά - distinct

προφορά
a. odrębny, wyraźny, dobitny, dosłyszalny, niedwuznaczny, odmienny, silny, wydatny, wyrazisty

Αγγλικά → Πορτογαλικά - distinct

προφορά
adj. distinto, distinguível; separado

Αγγλικά → Ρουμανικά - distinct

προφορά
a. distinct, desluşit, clar, limpede, lămurit, inteligibil, precis, deosebit, diferit, individual, separat, ales, anume

Αγγλικά → Ρωσικά - distinct

προφορά
прил. ясный, внятный, явственный, отчетливый, определенный, отдельный, особый, индивидуальный, отличный от

Αγγλικά → Ισπανικά - distinct

προφορά
adj. distinto, aparte, dispar; aparente, claro, distinguible, discreto, muy aparte

Αγγλικά → Τουρκικά - distinct

προφορά
s. ayrı, farklı, başka; belirgin, açık, aşikâr

Αγγλικά → Ουκρανικά - distinct

προφορά
a. ясний, відмінний, окремий, несхожий, виразний, роздільний, чіткий

Γαλλικά → Αγγλικά - distinct

προφορά
adj. distinct, separate, articulate; several; discreet

Ρουμανικά → Αγγλικά - distinct

a. distinct, clear, separate, discrete, unblurred, definite, peculiar, abstracted
adv. distinctly

Αγγλικά → Ολλανδικά - distinct

προφορά
bn. duidelijk, opvallend; afgescheiden

Γαλλικά → Γερμανικά - distinct

προφορά
adj. deutlich, verschieden

Γαλλικά → Ιταλικά - distinct

προφορά
1. (général) separato; distinto; diviso
2. (très clair) distinto; evidente; inconfondibile
3. (différent) separato; distinto; differente; diverso; dissimile 4. (disparate) disparato; distinto

Γαλλικά → Πορτογαλικά - distinct

προφορά
1. (général) separado; distinto
2. (très clair) distinto; inconfundível
3. (différent) distinto; diferente; dissimilar; diverso 4. (disparate) discrepante; diferente; desigual

Γαλλικά → Ρωσικά - distinct

προφορά
a. ясный, внятный

Γαλλικά → Ισπανικά - distinct

προφορά
1. (général) separado; distinto
2. (très clair) claro; inequívoco; inconfundible
3. (différent) distinto; diferente; desigual 4. (disparate) dispar; distinto; desigual

Γαλλικά → Τουρκικά - distinct

προφορά
başka, ayrı, farklı; seçik, belirli

Γαλλικά → Ολλανδικά - distinct

προφορά
1. (général) afzonderlijk; apart; onderscheiden
2. (très clair) duidelijk; onmiskenbaar
3. (différent) onderscheiden; verschillend; apart; ongelijk; niet gelijkend 4. (disparate) ongelijksoortig; ongelijkwaardig

Αγγλικά → Αραβικά - distinct

προφορά
‏متميز، جلي، بين، واضح المعالم، شكلي، غير مشكوك فيه، مستقل، مختلف، بارز‏

Αγγλικά → Κινεζικά - distinct

προφορά
(形) 清楚的; 截然不同的; 明显的

Αγγλικά → Κινεζικά - distinct

προφορά
(形) 清楚的; 截然不同的; 明顯的

Αγγλικά → Χίντι - distinct

προφορά
a. स्पष्ट, निश्‍िचत, नियत, न्यारा, विशिष्ट, अलग, पृथक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - distinct

προφορά
(形) 別個の; 明瞭な; 異なった

Αγγλικά → Κορεατικά - distinct

προφορά
형. 뚜렷한, 확실한; 별개의, 독특한; 구별된

Αγγλικά → Βιετναμικά - distinct

προφορά
a. khác nhau, phân biệt, riêng biệt, rõ ràng, minh bạch, phân minh


dictionary extension
© dictionarist.com