Αγγλικά → Ελληνικά - disquiet

προφορά
ουσ. ανησυχία
ρήμ. ανησυχώ

Αγγλικά → Αγγλικά - disquiet

προφορά
n. anxiety, worry, uneasiness, agitation
v. cause worry, make uneasy, disturb

Αγγλικά → Γαλλικά - disquiet

προφορά
n. inquiétude, agitation
v. inquiéter, troubler

Αγγλικά → Γερμανικά - disquiet

προφορά
n. Unruhe
v. beunruhigen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - disquiet

προφορά
n. tenang: keadaan tdk tenang, kegelisahan
v. membimbangkan
a. mencemaskan, menggelisahkan: yg menggelisahkan

Αγγλικά → Ιταλικά - disquiet

προφορά
s. inquietudine, turbamento, agitazione
v. inquietare, turbare

Αγγλικά → Πολωνικά - disquiet

προφορά
n. niepokój, ambaras, zatrwożenie
v. niepokoić, zaalarmować, zaniepokoić, zatrwożyć
a. niespokojny, niepokonany

Αγγλικά → Πορτογαλικά - disquiet

προφορά
s. inquietação
v. preocupar, inquietar

Αγγλικά → Ρουμανικά - disquiet

προφορά
n. nelinişte, îngrijorare
v. nelinişti, îngrijora, alarma
a. neliniştit, îngrijorat

Αγγλικά → Ρωσικά - disquiet

προφορά
с. беспокойство, волнение, тревога
г. беспокоить, тревожить, озаботить

Αγγλικά → Ισπανικά - disquiet

προφορά
s. inquietud, ansiedad, desasosiego
v. desasosegar, inquietar, intranquilizar, poner nervioso, turbar; ser inquietante

Αγγλικά → Τουρκικά - disquiet

προφορά
f. huzurunu bozmak, endişelendirmek
i. endişe, kaygı, merak; huzursuzluk, rahatsızlık

Αγγλικά → Ουκρανικά - disquiet

προφορά
n. неспокій, тривога
v. непокоїти
a. неспокійний

Αγγλικά → Ολλανδικά - disquiet

προφορά
zn. onrust, ongerustheid
ww. bezorgd maken

Αγγλικά → Αραβικά - disquiet

προφορά
‏قلق، إزعاج‏
‏أقلق، أزعج‏
‏قلق‏

Αγγλικά → Κινεζικά - disquiet

προφορά
(名) 不安; 忧虑
(动) 使不安; 使忧虑

Αγγλικά → Κινεζικά - disquiet

προφορά
(名) 不安; 憂慮
(動) 使不安; 使憂慮

Αγγλικά → Χίντι - disquiet

προφορά
n. बेचैनी, चिंता, घबराहट, परेशानी, बेकली
a. डांवांडोल, बेचैन, अशांत, तक़लीफ़ देनेवाला, कष्ट देनेवाला

Αγγλικά → Ιαπωνικά - disquiet

προφορά
(動) 不安にする
(名) 不安; 動揺

Αγγλικά → Κορεατικά - disquiet

προφορά
명. 불안, 동요, 걱정
동. 불안해 하다, 걱정하다, 초초해 하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - disquiet

προφορά
v. lo lắng
a. băn khoăn, lo âu, lo ngại


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: disquieting
Present: disquiet (3.person: disquiets)
Past: disquieted
Future: will disquiet
Present conditional: would disquiet
Present Perfect: have disquieted (3.person: has disquieted)
Past Perfect: had disquieted
Future Perfect: will have disquieted
Past conditional: would have disquieted
© dictionarist.com