Αγγλικά → Ελληνικά - dispute

προφορά
ουσ. διαμάχη, διένεξη, φιλινικία, έριδα, συζήτηση, αμφισβητώ
ρήμ. συζητώ, φιλονικώ, αμφισβητώ

Αγγλικά → Αγγλικά - dispute

προφορά
n. quarrel, disagreement, argument
v. argue, debate; appeal, contest; oppose, fight against
n. dispute, controversy, disagreement, quarrel, argument, contestation

Αγγλικά → Γαλλικά - dispute

προφορά
n. querelle, dispute; contestation, controverse
v. se disputer, se quereller; discuter, contester

Αγγλικά → Γερμανικά - dispute

προφορά
n. Disput, Streit
v. disputieren, diskutieren; beanstanden; widersprechen, streiten

Αγγλικά → Ινδονησιακά - dispute

προφορά
n. perselisihan, percekcokan, tengkar, kontestasi
v. mendebat, mendebatkan, memperdebatkan, membantah, menengkarkan, memperbantahkan, memperselisihkan, mempersengketakan, mempertikaikan, bertengkar, menyangsikan, mencegah, menentang

Αγγλικά → Ιταλικά - dispute

προφορά
s. controversia, disputa, discussione; lite, alterco, contesa, vertenza
v. disputare, discutere; litigare, altercare

Αγγλικά → Πολωνικά - dispute

προφορά
n. scysja, spór, zatarg, zwada
v. dyskutować, kwestionować, spierać się, dysputować, handryczyć się, rozprawiać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - dispute

προφορά
s. disputa, discussão
v. discutir; opor-se, lutar

Αγγλικά → Ρουμανικά - dispute

προφορά
n. dispută, discuţie, controversă, dezbatere, polemică, ceartă, cârcotă, conflict, diferend, zarvă, sfadă, clenci {fig.}
v. contesta, combate, disputa, discuta, dezbate, certa: se certa

Αγγλικά → Ρωσικά - dispute

προφορά
с. диспут, дебаты, обсуждение, полемика, спор
г. обсуждать, дискутировать, спорить, пререкаться, ссориться, подвергать сомнению, оспаривать; препятствовать, противиться; отстаивать

Αγγλικά → Ισπανικά - dispute

προφορά
s. disputa, altercado, argumento, camorra, contestación, contienda, controversia, diferencia, discusión, gresca, litigio, litis, marimorena, pelea, pelotera, polémica, querella, reyerta, riña, trifulca
v. disputar, argüir, discutir, litigar, reñir; contradecir, contrapuntear, controvertir, rebatir, tomar posición en contra de; contender, manifestar una controversia; disputarse

Αγγλικά → Τουρκικά - dispute

προφορά
f. tartışmak, çekişmek, münakaşa etmek; karşı koymak, itiraz etmek, reddetmek; şüphe etmek
i. tartışma, ihtilaf, münakaşa, kavga

Αγγλικά → Ουκρανικά - dispute

προφορά
n. диспут, спір, розбіжність у поглядах, давка, дебати, незмир, полеміка, спірка, суперечка
v. обговорювати, сперечатися, сумніватися, вадитися, дебатувати, дискутувати, негувати, оспорювати, перечитися, спорити

Γαλλικά → Αγγλικά - dispute

προφορά
(f) n. argument, dispute, quarrel, conflict; fight, contest, row; strife

Αγγλικά → Ολλανδικά - dispute

προφορά
zn. argument, ruzie
ww. diskussieren, bespreken; appelleren ;bezwaar hebben; vechten voor

Γαλλικά → Γερμανικά - dispute

προφορά
n. streit, zank, disput, handel, tanz, streiten

Γαλλικά → Ιταλικά - dispute

προφορά
(paroles) lite (f); disputa (f); alterco (m); litigio (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - dispute

προφορά
(paroles) disputa (f); discussão (f); querela (f); altercação (f); contenda (f); discórdia (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - dispute

προφορά
n. диспут (f), обсуждение (f), спор (f), пререкания (f), ссора (f), борьба (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - dispute

προφορά
(paroles) disputa (f); altercado (m); querella (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - dispute

προφορά
[la] çekişme; yarışma; kavga

Γαλλικά → Ολλανδικά - dispute

προφορά
(paroles) twist (m); geschil (n); discussie (f); woordenstrijd (m); ruzie (f)

Αγγλικά → Αραβικά - dispute

προφορά
‏مناظرة، مناقشة، جدال، خلاف، نزاع، خصومة، خصام، مشاكسة، تناظر، مناقشات‏
‏تجادل، ناقش، شك، هاجم، تنازع، حاول إنتزاع‏

Αγγλικά → Κινεζικά - dispute

προφορά
(名) 争论
(动) 争论; 对...提出质疑; 争执; 阻止, 抵抗; 争论; 争执

Αγγλικά → Κινεζικά - dispute

προφορά
(名) 爭論
(動) 爭論; 對...提出質疑; 爭執; 阻止, 抵抗; 爭論; 爭執

Αγγλικά → Χίντι - dispute

προφορά
n. विवाद, झगड़ा, तकरार, विचार, विचार-विमर्श, मतभेद, झमेला
v. विचार-विमर्श करना, संदेह करना, तर्क-वितर्क करना, प्रकट करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - dispute

προφορά
(動) 論争する; 異議を唱える; 争う
(名) 論争; 紛争; 口論

Αγγλικά → Κορεατικά - dispute

προφορά
명. 논쟁, 분쟁, 말다툼
동. 논쟁하다, 논의하다; 이의를 제기하다; 반대하다, 저항하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - dispute

προφορά
n. cuộc tranh luận, đấu khẩu, mối phân tranh, ý kiến xung đột, gây nhau, cải nhau
v. bàn cải, thảo luận, tranh giành, tranh đoạt, đấu khẩu


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: disputing
Present: dispute (3.person: disputes)
Past: disputed
Future: will dispute
Present conditional: would dispute
Present Perfect: have disputed (3.person: has disputed)
Past Perfect: had disputed
Future Perfect: will have disputed
Past conditional: would have disputed
© dictionarist.com