Ισπανικά → Αγγλικά - discreción

προφορά
n. secrecy; discreetness; discretion

Ισπανικά → Γαλλικά - discreción

προφορά
1. (general) tact (m); discrétion (f); doigté (m)
2. (juicio) discrétion (f)
3. (comportamiento) pudeur (f); tact (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - discreción

προφορά
n. urteilskraft, verstand, geist, verständigkeit, klugheit, scharfsinn, takt, taktgefühl, feingefühl, bedacht, vorsicht, ermessen, belieben, bescheidenheit, zurückhaltung, verschwiegenheit, schweigsamkeit, diskretion

Ισπανικά → Ρωσικά - discreción

προφορά
n. сдержанность

Ισπανικά → Κορεατικά - discreción

προφορά
n. 신중, 분별, 자제


dictionary extension
© dictionarist.com