Αγγλικά → Ελληνικά - discourse

προφορά
ουσ. ομιλία
ρήμ. ομιλώ

Αγγλικά → Αγγλικά - discourse

προφορά
n. discussion, dialogue, speech, lecture
v. discuss, talk, converse

Αγγλικά → Γαλλικά - discourse

προφορά
n. discussion, débat, faire une conférence
v. discourir

Αγγλικά → Γερμανικά - discourse

προφορά
n. Diskurs, Rede, Vortrag, Abhandlung
v. Rede halten, Unterhaltung führen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - discourse

προφορά
n. pidato, ceramah, kuliah, tulisan, percakapan

Αγγλικά → Ιταλικά - discourse

προφορά
s. discorso, trattazione; orazione; conversazione
v. discorrere, conversare; dissertare, trattare

Αγγλικά → Πολωνικά - discourse

προφορά
v. rozprawiać
n. rozprawa, rozmowa

Αγγλικά → Πορτογαλικά - discourse

προφορά
s. discurso, dissertação
v. palestrar; discursar

Αγγλικά → Ρουμανικά - discourse

προφορά
n. vorbire, conversaţie {înv.}, discuţie
v. trata, expune

Αγγλικά → Ρωσικά - discourse

προφορά
с. лекция, речь, трактат, рассуждение, проповедь, высказывание
г. ораторствовать, излагать в форме лекции, излагать в форме речи, рассуждать

Αγγλικά → Ισπανικά - discourse

προφορά
s. discurso, perorata; tratado
v. discursar, arengar, declamar, disertar

Αγγλικά → Τουρκικά - discourse

προφορά
f. konuşmak, bahsetmek, söylev vermek; üzerinde durmak; işlemek
i. konuşma, söylev, nutuk; tez, araştırma

Αγγλικά → Ουκρανικά - discourse

προφορά
n. лекція, трактат, розмова, обгрунтування
v. ораторствувати, розмовляти, розповідати

Αγγλικά → Ολλανδικά - discourse

προφορά
zn. verhandeling, lezing
ww. gesprek, conversatie

Αγγλικά → Αραβικά - discourse

προφορά
‏محادثة، محاضرة، حديث‏
‏تحدث، حاضر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - discourse

προφορά
(名) 谈话, 进道, 演讲
(动) 谈论; 演说

Αγγλικά → Κινεζικά - discourse

προφορά
(名) 談話, 進道, 演講
(動) 談論; 演說

Αγγλικά → Χίντι - discourse

προφορά
n. प्रवचन, लेख, संलाप, बातचीत, संभाषण, गोष्ठी, वार्तालाप, उपदेश

Αγγλικά → Ιαπωνικά - discourse

προφορά
(名) 講演; 論説; 会談
(動) 講演する

Αγγλικά → Κορεατικά - discourse

προφορά
명. 대화, 담화, 토론, 강연

Αγγλικά → Βιετναμικά - discourse

προφορά
n. cuộc nói chuyện, đàm luận, đàm thoại, bài luận, bài diển văn


Χρονοι ρηματων

Present participle: discoursing
Present: discourse (3.person: discourses)
Past: discoursed
Future: will discourse
Present conditional: would discourse
Present Perfect: have discoursed (3.person: has discoursed)
Past Perfect: had discoursed
Future Perfect: will have discoursed
Past conditional: would have discoursed
© dictionarist.com