Αγγλικά → Ελληνικά - discord

προφορά
ουσ. ασυμφωνία, διαφωνία, διχόνοια, παραφωνία

Αγγλικά → Αγγλικά - discord

προφορά
n. disagreement, disharmony (between people or things); harsh and unpleasant sound; unharmonious combination of sounds (Music)

Αγγλικά → Γαλλικά - discord

προφορά
n. discorde, désaccord; dissonance, discordance

Αγγλικά → Γερμανικά - discord

προφορά
n. Disharmonie; Mißklang

Αγγλικά → Ινδονησιακά - discord

προφορά
n. perselisihan, pertentangan, perbantahan, perpecahan, perpisahan, bunyi sumbang, bunyi janggal
v. berselisih, sesuai: tdk sesuai, selaras: adalah tdk selaras, bertentangan

Αγγλικά → Ιταλικά - discord

προφορά
s. disaccordo, discordanza, disarmonia; discordia, dissenso; (Mus) dissonanza; frastuono, fragore

Αγγλικά → Πολωνικά - discord

προφορά
v. zgodzić się: nie zgadzać się, fałszywie brzmieć
n. dysonans, niesnaski, niezgoda, dysharmonia, rozdział, zgrzyt

Αγγλικά → Πορτογαλικά - discord

προφορά
s. discórdia; falta de harmonia

Αγγλικά → Ρουμανικά - discord

προφορά
v. discordant: fi discordant {muz.}
n. dihonie, discordie, cârcotă, ceartă, dezacord, dezbinare, disonanţă, gălăgie

Αγγλικά → Ρωσικά - discord

προφορά
с. разногласие, разлад, распря, шум; резкие звуки, диссонанс

Αγγλικά → Ισπανικά - discord

προφορά
s. discordia, desacuerdo, desarmonía, disentimiento; disonancia

Αγγλικά → Τουρκικά - discord

προφορά
i. anlaşmazlık, uyumsuzluk, ahenksizlik, ihtilaf, fikir ayrılığı; akortsuzluk, falso, gürültü

Αγγλικά → Ουκρανικά - discord

προφορά
n. незгода, дисонанс, веремій, дисгармонія, нерест, розбрат, розлад, чвари
v. думка: розходитися в думках, відповідати: не відповідати

Αγγλικά → Ολλανδικά - discord

προφορά
zn. twist; wanklank; dissonant

Αγγλικά → Αραβικά - discord

προφορά
‏تنافر، نزاع، نشاز، خلاف، شقاق، تنافس، ضجيج، لا انسجام‏
‏تضارب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - discord

προφορά
(名) 不一致; 嘈杂声; 意见不合

Αγγλικά → Κινεζικά - discord

προφορά
(名) 不一致; 嘈雜聲; 意見不合

Αγγλικά → Χίντι - discord

προφορά
n. विरोध, विसंगति, कलह, अनबन, फूट, शोर, घूम, बेसुरापन
v. नाइत्तिफ़ाक़ होना, विसंगत हो जाना, असम्मत होना, विरोध करना, झगड़ना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - discord

προφορά
(名) 不一致(人やものの); 不協和; 仲たがい; 耳障り; 雑音(音楽)

Αγγλικά → Κορεατικά - discord

προφορά
명. 불일치, 불협 (사람 간에 또는 사물간에); 불쾌하고 끽끽 거리는 소리; 불협화음 (음악)

Αγγλικά → Βιετναμικά - discord

προφορά
n. mối bất hòa, tiếng không đúng điệu, không điều hòa, sự chia rẻ
v. bất hòa, trái nhau, không điều hòa


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: discording
Present: discord (3.person: discords)
Past: discorded
Future: will discord
Present conditional: would discord
Present Perfect: have discorded (3.person: has discorded)
Past Perfect: had discorded
Future Perfect: will have discorded
Past conditional: would have discorded
© dictionarist.com